Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

My own He(lium)



Κοιτούσα το μπαλόνι που έφευγε από τα χέρια μου και πετούσε ψηλά. Έφευγε μακριά μου σαν να το ήθελε από τη πρώτη στιγμή. Αν δεν είχα σαστίσει τόσο θα προλάβαινα να αναπηδήσω και να το πιάσω. Να το κρατήσω δίπλα μου για όσο θα άντεχε πριν ξεφουσκώσει , πριν γίνει μια νεκρή μάζα. Αλλά δε το έκανα. Καθόμουν απλά εκεί , με τα χέρια στο πλάι μου σαν ξύλινα και ασήκωτα , το βλέμμα στον ουρανό να κοιτά τα χρώματα που άλλαζε το μπαλόνι μου όσο το χτυπούσε ο ήλιος και το στόμα μου ανοιχτό από έκπληξη ή θλίψη.
Δε μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω του. Το κοιτούσα να αλλάζει από κόκκινο σε πορτοκαλί και κίτρινο , και πάλι πίσω και μαγευόμουν , μέχρι να θυμηθώ πως δεν είναι πια δικό μου. Είχα νιώσει τόση χαρά για αυτό το μικρό μπαλονάκι. Το κράτησα από την λεπτή ασημένια κορδέλα του και ένιωσα την υφή της στα δάχτυλά μου να με χαϊδεύει. Ή μήπως ήταν η ψυχή μου; Το κρατούσα και ένιωσα μια ακαταμάχητη επιθυμία να το προστατέψω και να το έχω για πάντα δικό μου. Ήταν εύθραυστο , το ήξερα. Όπως ήξερα πως δε θα μπορούσα να το κρατήσω ανέπαφο για πολύ. Και αυτό μου προκαλούσε ένα συναίσθημα απώλειας πρώτου καν γίνει πραγματικότητα. Πονούσα ήδη για τον χαμό του μοναδικού μου μπαλονιού.
Μια μέρα πριν είχα σηκώσει το τηλέφωνο καλώντας γνωστούς και φίλους να τους ανακοινώσω την μεγάλη μου αγορά. Μερικοί αδιαφόρησαν , άλλοι –έκαναν πως- χάρηκαν και άλλοι , άλλοι ζήλεψαν και φάνηκε στα μάτια που δεν έβλεπα και στις μελιστάλακτες κακεντρεχής φωνές. Μα δεν φταίνε αυτοί που εγώ έχασα το μπαλόνι μου. Μόνο το χέρι μου και οι συγκυρίες. Και λίγο ο καιρός.
Το κρατούσα σφικτά. Το θαύμαζα. Ώσπου κάποιος με σκούντησε απότομα στον ώμο. Πέρασα βιάστηκα δυο φορές την κορδέλα στον καρπό μου και γύρισα. Γαλάζια μάτια και αγγελικά μαλλιά με κοιτούσαν ικετεύοντας για συγχώρεση λόγο του ατυχούς περιστατικού. Χαμογελούσε αχνά. Η καρδιά μου χτύπησε μια φορά και έσβησε μετά. Η κορδέλα ξετυλίχθηκε μια φορά. Ο άγγελος άπλωσε το χέρι του προς το μέρος μου και το ίδιο έκανα εγώ. Η επαφή μας με ζάλισε.
«Θρήνος» μου συστήθηκε. Και καμία λέξη δε κατάφερε να βγει από τα χείλη μου.Και η κορδέλα ξετυλίχθηκε ακόμα μια φορά και γλίστρησε από το χέρι μου. Και έφυγε.
Το μπαλόνι μου χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο. Το φαντάζομαι να ανεβαίνει κ άλλο. Να πλησιάζει τον φλεγόμενο ήλιο και να φοβάται. Να δακρύζει και ίσως να ψιθυρίζει προσευχές. Το φαντάζομαι να με αποζητάει και να θέλει να γυρίσει στα χέρια μου , να πάμε σπίτι για να αναπαυθεί στην ολόδική του γωνία του ταβανιού , ακριβώς πάνω από την γωνία που βολεύομαι εγώ τα βράδια.
Αλλά η αλήθεια , για ακόμα μια φορά , είναι πιο σκληρή από όσο θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Το μπαλόνι μου , το κόκκινο μπαλόνι μου χαμογελούσε όσο έφευγε από τα χέρια μου. Ευχαριστούσε τον Θρήνο για την ελευθερία που του χάρισε , γελούσε σατανικά ευχόμενο να σμίξω με αυτό το αγγελικό πρόσωπο. Ποτέ δε με συμπάθησε. Ή μάλλον το είχε κάνει εκείνα τα πρώτα λεπτά που το κράτησα γιατί είχε δει την αγάπη στα μάτια μου και νόμιζε πως θα ευτυχίσει. Όμως μετά όλα άλλαξαν. Ασφυκτιούσε από τα συναισθήματα , βαρέθηκε την αγάπη , σταμάτησε να επιθυμεί την επικοινωνία και σιχάθηκε κάθε κύτταρό μου. Μα εγώ ακόμα το λάτρευα. Άρπαξε την ευκαιρία , λοιπόν , να φύγει μακριά μου ευχόμενο να μη με δει ποτέ ξανά. Και πήγαινε να συναντήσει τον ήλιο με ένα χαμόγελο γοητευτικό. Οδηγούσε τον εαυτό του με μαθηματική ακρίβεια σε αυτοκτονία. Όσο πλησίαζε , τόσο ανυπομονούσε. Και όταν άγγιξε η φλόγα το πυρωμένο πλαστικό του φιλήθηκαν και αγαπήθηκαν για λίγα λεπτά , μέχρι ο ήλιος να βαρεθεί και να το φτύσει σε μικρά πύρινα κομματάκια που δε θα έβλεπα ποτέ.
Όπως ποτέ δε θα τα μάθαινα όλα αυτά. Γιατί έτσι γίνεται συνήθως. Ποτέ δε μαθαίνεις την αλήθεια , παρά μόνο την υποψιάζεσαι. Αλλά και πάλι δε θες να τη παραδεχτείς. Και είναι τόσο μα τόσο δύσκολο να συζητήσεις εξ αρχής. Να μάθεις αν περνάει το μπαλόνι σου καλά μαζί σου ή αν εύχεται να ερωτοτροπήσει με τον ήλιο. Να μάθεις αν ανήκεις στη ζωή του και αυτό στη δική σου. Είναι μεγαλείο να είσαι μέρος της ζωής κάποιου. Και ας είναι μπαλόνι. Και ας ήξερες από την αρχή ότι θα το χάσεις.
Όταν πια δεν έβλεπα ούτε την κορδέλα του να ανεμίζει γύρισα στον Θρήνο με μάτια θολά. Στεκόταν ακόμα εκεί με γαλάζια ψυχρά μάτια και μαλλιά βρώμικα. Τίποτα γοητευτικό δεν είχε πια.
«Γιατί;» τον ρώτησα.
Χαμογέλασε νωχελικά και άνοιξε το στόμα του να μιλήσει και έζεχνε πόνο και απελπισία.
«Γιατί έτσι είναι η ζωή σου. Θα έρχονται νέα πράγματα που θα αγαπάς και θα θέλεις να αφιερωθείς σε αυτά. Θα τα αγαπάς και θα κάνεις όνειρα. Και μια μέρα τα όνειρα θα σταματούν να σου μιλάνε και εσύ δε θα ξέρεις το γιατί. Θα θέλεις να τα προσκαλέσεις για ένα ποτήρι καυτό τσίπουρο και μέσα στη μέθη να ρωτήσεις με δάκρυα στα μάτια τι έκανες λάθος και τι μπορείς να κάνεις για να επανορθώσεις. Θα ρωτάς αν είναι όλα ιδέα σου. Αλλά δεν θα είναι. Και ίσως ξανά επιστρέψουν για λιγάκι  και ίσως νιώσεις ότι όλα έρχονται στη θέση τους. Αλλά μόνο αν ξαναβρεθείς εδώ θα καταλάβεις πως ποτέ δεν έφυγες πραγματικά. Γιατί με ψευδαισθήσεις ζεις. Κάνουν κλίκες τα όνειρα και σε απωθούν. Στην αρχή σου λένε πως τίποτα από αυτά δεν ισχύουν και έπειτα από λίγο σου ζητάν να αφήσεις ότι αγαπάς σε αυτά και να φύγεις. Το μόνο που πρέπει να θυμάσαι , παιδί μου , είναι πως μπορούν να στα πάρουν όλα. Να σε αφήσουν γυμνή και βιασμένη σε ένα μέρος εφιαλτικό. Αλλά δε θα καταφέρουν ποτέ μα ποτέ να σου κλέψουν τις αναμνήσεις.»
«Και αν δεν έχω αναμνήσεις;»
«Τότε καλύτερα να φύγεις , να πας να συναντήσεις τον ήλιο. Να τον ερωτευτείς και να τον αφήσεις να σε κάψει»
Ο Θρήνος έβηξε μια φορά δυνατά και αίμα υποχώρησε από τα πνευμόνια του. Χαμογέλασε δείχνοντας τα χαλασμένα δόντια του και έφυγε. Έφυγε.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Η ιστορία ενός ξωτικού

      Μια φορά και έναν καιρό , ήταν ένα ξωτικό. Είχε ακούσει να το λένε , εκείνο το τρομαχτικό «όλα αλλάζουν σε μια στιγμή» , αλλά δεν είχε δώσει σημασία. Όλες οι αλλαγές είχαν επέλθει με την πάροδο των χρόνων , ενώ ζούσε τις στιγμές και ήξερε ότι στην άκρη της διαδρομής , κάτι θα αλλάξει. Και έτσι μια μέρα , ενώ στα όνειρα του έβλεπε έναν δρόμο ευθύ ,χωρίς στροφές και γεμάτο ομορφιές που του γαλήνευαν την ψυχή και σκόρπιζαν άρωμα ευτυχίας , τότε ήταν που ξύπνησε. Γύρισε να κοιτάξει γύρω του και είδε κάτι σκοτεινό. Πίσω του είχε απομείνει λίγο φως. Είχε στρίψει στο τέλος της διαδρομής , χωρίς να το καταλάβει. Έπεσε στο μαξιλάρι και έκλεισε τα μάτια , μετρώντας μέχρι το δέκα. Όταν θα τα άνοιγε πάλι , όλα θα ήταν όπως πριν. Με φως , αρώματα , γεύσεις και αισθήσεις που μαγεύουν. 8…9…10… Σκότος.
      Το ξωτικό έβγαλε μια κραυγή που δεν ακούστηκε ποτέ και σχημάτισε μια ουλή εκεί που όταν ήταν ζωντανό κατοικούσε μια καρδιά. Πόνεσε λίγο παραπάνω. Αποφάσισε όμως να εξερευνήσει την νέα του ζωή και να συμβιβαστεί με αυτό που του έφερε το τέλος του δρόμου του. Ίσως να κατάφερνε να ξανά χτίσει την όμορφη σκηνή που είχε μείνει στο μυαλό του , αν και σιγά σιγά η εικόνα ξεψυχούσε. Κατέβασε τα γυμνά και βρώμικα πόδια του από το κρεβάτι των αναμνήσεων και ακούμπησε στο τραχύ έδαφος. Κάτι ασκούσε πίεση στο πέλμα του. Σήκωσε το πετραδάκι και το κοίταξε. Κάπου πάνω στην μικρή του επιφάνεια , χαραγμένο με κόκκινο υγρό που μύριζε αίμα έγραφε «Σταμάτα να ελπίζεις». Το πέταξε μακριά και αποφάσισε να μη δώσει σημασία. Συνέχισε τα βήμα του και κοίταξε δεξιά και αριστερά.
      Κάτι του θύμιζε όλο αυτό που έβλεπε. Αυτά τα μαύρα τριαντάφυλλα μέσα στην μαύρη ντάμα που χαμογελούσε ειρωνικά. Έμοιαζαν τόσο με την πολύχρωμη περιοχή που ζούσε πριν την στροφή. Ένας σουβλερός πόνος τον έκανε να σταματήσει και ένα ακόμα πετραδάκι είχε σφηνωθεί στην άκρη του ποδιού του. Το ίδιο ακριβώς πετραδάκι με πριν. Αυτή την φορά χαραγμένη ήταν μια άλλη φράση. «Μείνε μακριά. Τρέξε να σωθείς» . Ο φόβος κατέκλυσε το ξωτικό που κράτησε σφιχτά την πέτρα στο χέρι του , τόσο σφιχτά που άρχισε να ματώνει. Κάθισε προσεκτικά κάτω και ένιωθε την ζέστη που έβραζε κάτω από το κορμί του να του παγώνει την σκέψη.
    Πάνω που είχε αρχίσει να ζει στο όνειρο. Να αναπνέει την ευτυχία και να εκπνέει ότι πιο όμορφο του είχε συμβεί. Είχε πλησιάσει στο όμορφο εκείνο σημείο που θέλεις να φωνάξεις πόσο ευτυχισμένος είσαι. Αλλά συγκρατήθηκε. Κανέναν ξωτικό δεν το έμαθε. Και αυτό το βασάνιζε πιο πολύ από όσο νόμιζε. Όμως ήξερε πως δεν μπορούσε να μοιραστεί αυτή την ευτυχία. Γιατί δεν ήξερε αν είναι πραγματική. Γιατί ήξερε πως όλα τα ξωτικά είχαν το πραγματικό τους δρόμο , χωρίς στροφές και γωνίες. Ενώ το μικρό αυτό ξωτικό , ένιωθε πως ο δικός του δρόμος έκρυβε παγίδες. Φοβόταν όμως! Αν αποκάλυπτε το μυστικό τους ίσως να μην είχε πια συντρόφους με τους οποίους θα έπαιζε στην αυλή κάποιου ανθρώπινου σπιτιού που οι ίδιοι θα είχαν κάψει.
Το ξωτικό ήταν βυθισμένο στο νέο
του σπίτι. Ήξερε τον δρόμο να γυρίσει αλλά δεν τολμούσε. Πώς να μπορέσει να πει σε τρίτους αυτά που δεν τολμάει να πει στον ίδιο του τον εαυτό;
     Η μαύρη ντάμα κούπα δεν χαμογελούσε πια….λευκά δάκρυα τρέχανε από τα χάρτινα μάτια της και καθώς το πηκτό υγρό έπεφτε με δύναμη στο έδαφος , μια τεράστια πόρτα εμφανίστηκε σε ένα χρώμα που κανένας άνθρωπος δε θα μπορούσε να φανταστεί.
Το ξωτικό πίεσε το χερούλι με δύναμη , άνοιξε την πόρτα και χωρίς να το σκεφτεί…έφυγε. Δε πρόλαβε να δει το πετραδάκι να αλλάζει και να σχηματίζει τη φράση «Θα είμαι εδώ από το πρωί που θα ξυπνάς , μέχρι την στιγμή που θα μου λες καληνύχτα»












Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014

Movie? Movie

Τους άκουσα να το λένε. Διάβασα τα χείλη τους. Το έλεγαν ξεκάθαρα. Κοίταξαν μια στιγμή δεξιά και αριστερά για να βεβαιωθούν ότι δεν είμαι κάπου εκεί κοντά. Και τότε κοιτάχτηκαν μεταξύ τους , και το ψιθύρισαν τόσο , που ούτε οι ίδιοι δεν άκουσαν τις λέξεις που βγήκαν από μέσα τους. Αλλά εγώ τις άκουσα.
Ξέσπασαν σε γέλια. Στην αρχή διακριτικά , μα στη συνέχεια πονεμένα και διαβολικά. Τα μάγουλα τους κοκκίνισαν και η αναπνοή τους έβγαινε με το ζόρι. Ένα γέλιο που φαινόταν να το ευχαριστιούνται. Πολύ. Δεν ήξεραν ότι είμαι εκεί. Ότι ξέρω , ότι ακούω , ότι βλέπω. Είναι χαρούμενοι. Eιναι χαρούμενοι που δεν είμαι εγώ. Που δεν είμαι.
Ο κόσμος παίζει μαζί μου σαν να είναι παιδιά. Σαν να μην είμαι. Διασκεδάζουν παραπάνω από όσο θα έπρεπε για κάτι που δεν θα έπρεπε. Τι ; Ένα γέλιο ακούγεται. Με κοροϊδεύει. Και εσένα σε κοροϊδεύει.
Είναι ξανά όπως στις ταινίες , μόνο λιγότερο όμορφα και χωρίς μουσικές που κάνουν την ένταση να κορυφώνεται. Είσαι εκεί , στη μέση ενός δρόμου όπου κόσμος και αυτοκίνητα περνάνε από δίπλα σου , παιδάκια φωνάζουν , κλαίνε ή τραγουδάνε , ζευγάρια μαλώνουν ή φιλιούνται , οδηγοί κορνάρουν , βρίζουν ή χαιρετάνε.Κανείς δε σου δίνει σημασία. Όλα αυτά θολά γύρο σου και εσυ ακίνητος. Το 'χεις; Το 'πιάσες; Βαθιά μελαγχολία και κάποιο κομμάτι του Μπαχ συνοδεύει την σκηνή. Αλλά δεν είμαστε σε ταινία. Ναι , όντως , είσαι στη μέση του πλήθους και κανείς δε σου δίνει σημασία. Ναι , είσαι μόνος. Αλλά καμία μελωδία δεν εμπλουτίζει την σκηνή σου. Το μόνο που ακούς είναι κραυγές και γέλια. Κραυγές πόνου από τα μέσα σου , πονάς. Δε το νιώθεις , αλλά πονάς. Και τα γέλια των άλλων που σε κοροϊδεύουν. Δεν ξέρεις γιατί. Φαντάζεσαι αλλά δεν ξέρεις. Και αυτό το μέρος , το μέρος που φαντάζεσαι γιατί γελάνε μαζί σου , είναι το χειρότερο.
Αν ήμασταν σε ταινία , τώρα θα ερχόταν η λυτρωτική σκηνή όπου ο αγαπημένος φίλος/αδερφός/γκόμενος σε όλα τα φυλα , σε όλες τις ηλικίες και τα κυβικά έρχεται , διασχίζει το πλήθος , σε πλησιάζει και σου λέει “Όλα καλά , εγώ είμαι εδω”. Το χεις; Σου θυμίζει κάτι; Όχι; Ξέρεις γιατί; Γιατί στην δική σου πραγματική ζωή αυτός που ξεπροβάλει είναι κάποιος που αγαπάς και μετά έρχεται και ο άλλος και ο άλλος και μαζεύονται γύρω σου όλα τα αγαπημένα σου πρόσωπα και αρχίζουν να γελάνε. Σχηματίζουν κύκλο , πιάνουν χέρια και χορεύουν γύρω σου ενώ φωνάζουν λέξεις που δεν καταννοείς αλλά ξέρεις πως δεν είναι για καλό. Ίσως κάποιο αφανιστικό ξόρκι. Το διασκεδάζουν.
Αν ήμασταν στη ταινία θα ξυπνούσες κάπου ζεστά αγκαλιά με αυτούς που αγαπάς και σ αγαπούν και θα ζούσατε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.Αλλά το καλύτερα δεν έρχεται έτσι. Εσύ και εγώ θα αναγκαστούμε να σηκωθούμε , να κοιτάξουμε τους φίλους και τους εχθρούς στα μάτια , να σπάσουμε τον κλοιό τους και να προχωρήσουμε αντίθετα από εκεί που πηγαίναμε. Αυτή τη φορά χωρίς καμία σιγουριά , χωρίς συναισθήματα με ένα βαθύ , χαώδες κενό μέσα που δεν αγγίζει καν τον πάτο του έλεος. Ένα κενό που δεν σε πονάει , ούτε σε κρυώνει , ένα κενό που υπό άλλες συνθήκες θα γέμιζαν τα δάκρυα ή η οργή ή οι πληγές που θα έκανες μόνος σου. Αλλά όχι. Αυτό το κενό είναι ύπουλο. Εξαπλώνεται και αδειάζει όλο το σώμα. Όλα τα όργανά. Μένεις απλά σάρκα. Σάρκα γεμάτη αέρα. Και οι άλλοι ακόμα γελάνε.
Το κενό μεγαλώνει και τρώει και σένα. Και δεν φαίνεσαι πια. Δε φαίνομαι. Και είμαι εκεί και τους βλέπω που γελάνε που με χάσανε. Που νομίζουν ότι κατάφερα να φύγω , να γυρίσω στον κόσμο μου που δεν τους άρεσε καθόλου. Στον κόσμο μου. Το πιασες; Το 'χεις;



Στέλλα

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Ίδια ζαριά



Σήμερα άδειασε η ψυχή μου. Δυο φορές.
Τη πρώτη το κενό φώναζε ότι δεν το αντέχει , ότι πονάει και νιώθει προδομένο και τρελαμένο και κλειδωμένο να ασφυκτιά. Απογοητευμένο. Τίποτα πια δεν θα είναι ίδιο. Όπως κάθε μας κίνηση επηρεάζει την υπόλοιπη ζωή μας. Μόνο που τώρα , οι πράξεις σου και οι πράξεις των γύρο σου , που σε οδηγούν να πράξεις….. σου δείχνουν τον δρόμο. Ένας δρόμος χωρίς επιστροφή , χωρίς φώτα και χωρίς ήχους.
Το απόλυτο κενό.
Δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα , σου γυρίζει τα σωθικά και ξερνάς χολή.
Κάθεσαι στο κρύο πάτωμα και αυτό αρπάζει φωτιά , σε καίει , σε τρώει , δεν αφήνει τίποτα από ότι σου άφησε το κενό. Ξαπλώνεις. Κλείνεις τα μάτια και βλέπεις να εκτοξεύονται αντικείμενα πάνω σου. Ρούχα να πετόνται σκισμένα και ματωμένα δίπλα σου. Ακούς φωνές. Λέξεις που σε τρυπάν ακόμα πιο βαθιά.
Κανείς. Τέλος. Πόνος. Δεν. Φεύγω. Πίσω. Μισώ.

Πως καταφέρνω και κρατιέμαι;

Τα πόδια δε βαστάνε , αλλά σηκώνεσαι. Σκουπίζεις τις καυτές λάβες από τα μαγουλά σου και χτυπάς πίσω σου την πόρτα. Από πίσω ακούς τα συντρίμμια να ουρλιάζουν και να σε παρακαλάνε να γυρίσεις πίσω. Φοβούνται.
Το ένστικτο σε οδηγεί στο πεπρωμένο σου. Εκεί που το δεύτερο κενό θα σε διπλώσει στα δυο. Μα αυτό θα είναι τόσο , μα τόσο διαφορετικό.
Κοίτα να δεις πως έχει. 
Περιμένεις , χωρίς να ξέρεις τι. Και αυτό έρχεται και στέκεται λίγα μέτρα μακριά σου , αλλά ξέρεις πως και αυτό σε περίμενε. Ανοίγει το στόμα και ξεχύνεται χείμαρρος. Οργή και μίσος. Αλλά κάτι μέσα σου το περίμενε , έτσι; Σου μιλά για γάτες και για σκύλους. Για τροφές και γεγονότα. Του μιλάς για σένα. Δεν ακούει. Δε θέλει. Και συ ξέρεις.
«Το μυρίζεις;» ρωτάς.
«Ποιο;»
«Αυτό που έρχεται» απαντάς.    


Ακούς πάλι λέξεις. Γνώριμες. Τις περίμενες και αυτές , ήξερες πως θα ειπωθούν και νόμιζες πως θα πονέσουν. Αλλά δεν πονάς. Ξαφνιάζεσαι και κοιτάς προς την ψυχή σου. Στη θέση της είναι μια κουφάλα , με αέρα και φύλλα να πετούν εδώ και εκεί.
«Έχω χρόνια να καθηλώσω την ψυχή μου»
Τα βήματα σε παρασέρνουν πιο εκεί. Φεύγεις για κάπου γνώριμα και ήρεμα και φιλικά , μητρικά. Κοιτάς ξανά εκεί που υπήρχε η ψυχή σου. Η τρύπα έχει κλείσει αλλά το κενό μέσα υπάρχει. Δε βλέπεις τίποτα. Είναι από εκείνα τα κενά που μυρίζουν και αισθάνονται. Πόνος ξανά. Αλλά και κάτι άλλο αυτή τη φορά. Κάτι που δεν γνώριζες ότι υπήρχε. Ανακούφιση. Ψαλμωδίες ακούγονταν από παντού μέσα σου σαν να λυτρωνόσουν από φόβο. Αλλά υπήρχε πάντα ο πόνος. Αυτές οι θρησκευτικές μουσικές , που δεν έχεις ακόμα καταλάβεις αν είναι ο σατανάς ή ο ευγενής θεός που τις στέλνει , δε σε αφήνουν να ακούσεις τα βήματα που σε ακολουθούν. Τα βήματα κρατούν μαχαίρι , σε ακουμπούν στον ώμο , γυρνάς και ψύχραιμα γεμίζουν το κενό σου με λεπίδα και αίμα. Τα μάτια δεν έχουν καμία παράκληση , μόνο επιταγή.
«Θα ζήσεις ή θα πεθάνεις. Εγώ θα το επιλέξω» οι λέξεις δε βγαίνουν από κανένα στόμα. Είναι σκέψεις που αντιλαλούν προς όλους. Σχεδόν σε διαπερνούν.
Και φωνάζεις πως θέλεις να ζήσεις , χωρίς να είσαι σίγουρος γιατί. Ίσως απλά επειδή έχεις συνηθίσει έτσι. Και γυρνάς εκεί που ήσουν.
Σήμερα η ψυχή σου άδειασε. Δυο φορές.

Κυριακή 18 Μαΐου 2014

Σε βλέπω να πονάς και γελάω

“Σου λείπω ήδη”
Ναι”
Πες το”
Όχι”
Φοβάσαι; Τι φοβάσαι;”
Εμένα”


  Μελαγχολικά τραγούδια γεμίζουν το δωμάτιο. Η μουσική είναι το μόνο ναρκωτικό που επιτρέπεις να ζει μέσα σου. Η μουσική και εκείνο.Εκείνο που σε κάνει να φοβάσαι τον ίδιο σου τον εαυτό. Βαριά βήματα που οδηγούν στην πύλη με το νέκταρ. Γεμίζεις το ποτήρι σου , το υψώνεις στον ουρανό και φωνάζει “Στην υγεία σου”. Το κατεβάζεις με μια ανάσα. Κάνεις λίγα βήματα ακόμη για να σωριαστείς στον καναπέ που ρουφάει τις ανάσες σου. Το ποτήρι φαίνεται τόσο όμορφο στο χέρι σου. Αλλά άδειο. Ναι. Θες κ άλλο απεγνωσμένα. Σηκώνεσαι αδύναμα και προσπαθείς να ισορρoπείς στα πόδια σου. Ταλαντεύεσαι ανίσχυρα και προχωράς. Λίγα βήματα μόνο πριν την ευτυχία , μόνο λίγα. Μόνο όταν φτάσεις κάνεις την προσπάθεια να γεμίσεις το ποτήρι. Το κόκκινο υγρό κυλάει στο ποτήρι και μετά στο πάτωμα και μετά στις φλέβες σου. Τα νύχια με μανία ξεσκίζουν τους καρπούς και ρουφάς το βάλσαμο. Θες κ άλλο. Ναι , θες κ' άλλο κ' άλλο κ' άλλο κ' άλλο κ' άλλο κ' άλλο . Πονάς και εγώ γελάω.
   Ανέβασε την ένταση στη μουσική μου. Την θέλω εδώ. Να χτυπά μέσα μου. Να την νιώθω να σπάει το σώμα μου , να βγαίνει με δύναμη στο πλήθος , να κινεί τα χέρια με στερεοτυπικές κινήσεις και τα πόδια να ξεφεύγουν από τις ανθρώπινες συνήθειες. Τα μάτια μου να σε βλέπουν να κλαις , να σε βλέπουν να αιμοραγείς από παντού , να σκίζεις τις σάρκες σου , να κλείνεις τα αυτιά σου για να μην με ακούς να σου λέω την αλήθεια. Και η φωνή μου να βγαίνει δυνατή , να σου θυμίζει πως ότι έζησες είναι ψέμα και στο δημιούργησα εγώ. Για εμάς. Πονάς και εγώ γελάω.
Συνεχίζεις να πίνεις από το αίμα σου για να γίνεις πιο δυνατός και πιο κακός και πιο...μισός. Γιατί χωρίς το συναίσθημα αυτό , που ένιωθες κοιτάζοντας τον άλλο στα μάτια , είσαι μισός. Χωρίς τα γέλια , το μίσος , το πείραγμα , την αγάπη , τις αθώες , τις πονηρές συζητήσεις. Είσαι ένα τίποτα. Και πρέπει να το πάρεις απόφαση πως αυτό το τίποτα θα μπει στη ζωή σου για τα καλά με δική σου απόφαση. Δε το θες , αλλά ο εγωισμός δε σε αφήνει να ξεπεράσεις και αυτό το εμπόδιο. Πονάς και εγώ γελάω.






Τι θες;”
Να χαμογελάμε μαζι”
Δε μ'αρεσει να χαμογελάω”
Ούτε εμένα να κολυμπάω”
Που κολλάει αυτό;”
Στο ότι για να σε σώσω θα κολυμπούσα όσο χρειαζόταν”
............”









  Για να γράψεις χρειάζεσαι συναίσθημα , ερέθισμα , μουσική και πάθος. Πολλά από αυτά τα βιώνεις κάθε μέρα και τις περισσότερες φορές απλά αποφεύγεις να βυθιστείς σε αυτόν τον χορό. Πόσο πολύ αγάπησες , αλήθεια , την ζωή σου; Σαν σταματημένο ρολόι τοίχο; Σαν λερωμένη κουρτίνα που κρέμεται στο πάτωμα; Σαν λίγα φορεμένα ρούχα στη καρέκλα; Σαν τη βρεγμένη γη θα έλεγα , σαν εμένα χωρίς εσένα , σαν οινόπνευμα σε πληγή , σαν την τελευταία σταγόνα του κρασιού μου. Είσαι σίγουρος πως η ζωή σου θα κυλήσει ομαλά ,αρκεί να απομακρυνθείς από τα μέσα που θα σου δώσουν την επικοινωνία, Μα ζεις μέσα σε αυτή. Πως θα αντέξεις να μη αγγίξεις με τα δάχτυλά σου τη φωτογραφία; Πως θα μείνεις πίσω από τα βρεγμένα παράθυρα , χωρίς να τρέξεις να χωθείς στον πόνο , ενώ ξέρεις πως σε έχει ανάγκη; Ο μόνος τρόπος , ο μόνος λόγος , η μόνη διέξοδος , είναι να σε σκοτώσει. Σε βλέπω να πονάς και εγώ γελάω.






Το ζήσαμε;”
Όχι όπως ήθελε ο καθένας μας”
Τελείωσε;”
Μάλλον”
Και τώρα;”
Ζούμε σαν να μη ζήσαμε , σαν να μη γνωριστήκαμε”
Δύσκολο”
Ακατορθωτο”
Μήπως....;”
Όχι , αντίο”
Μη κλαίς”
Σε βλέπω να πονάς και πεθαίνω”

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Ο Δρόμος Της Επιστροφής

Σαν να περπάτησες πολύ για απόψε... Είναι καιρός να γυρίσεις πίσω.
Μα πρέπει να διαλέξεις από που θα πας. Μπορείς να περπατήσεις δίπλα στο κύμα , με το θαλασσινό νερό να σου δροσίζει τα πόδια και το αλάτι να σου καίει τις πληγές , με τη ζακέτα στη πλάτη και ένα καλοκαιρινό τραγούδι στα αυτιά σου. Μπορείς να ανέβεις στο αμάξι και να εξαφανιστείς όσο πιο γρήγορα μπορείς , μυρίζοντας τις αναθυμιάσεις της βενζίνης που μένουν στην ατμόσφαιρα.
Τα πόδια σου πονάνε από τις πολύωρες βόλτες και της εξοντωτικές συζητήσεις και τα φώτα έχουν ανάψει πια. Ο ήχος από τη θάλασσα που χτυπάει στα βράχια γίνεται έντονος και παραβιάζει τα όρια του λογικού. Και όμως δε θες να τελειώσει. Μακάρι να είχες τη δύναμη να συνεχίσεις να προχωράς κ άλλο , χωρίς το κύμα να σε βρέχει , ο ήλιος να σε καίει και η βροχή να σε λιώνει. Μακάρι να ήταν ατέλειωτο αυτό το καλοκαίρι.
Τα χέρια δε φτάνουν να ανέβουν στο ύψωμα , χρειάζεσαι βοήθεια και κανείς δεν είναι δίπλα σου στις μοναχικές βόλτες. Δε θα μάθει κανείς ποτέ ποιες ήταν οι παρέες σου.
Με ποιους αντάλλαξες απόψεις , ποιανού το χέρι έσφιξες και σε ποιανού τα μάτια βυθίστηκες; Ύπουλα μυαλά σε παρασέρνουν και ακροπατάς σε πρόσωπα και καταστάσεις , μεταβαίνεις από την πίστη στην άρνηση και από την απιστία στην ανάγκη. Περπατάς εκεί και αλλάζεις συνομιλητές , ίδιες συζητήσεις χωρίς κανείς να είναι εκεί. Άδειες. Ο αέρας σε σπρώχνει λίγο παρακάτω αλλά η συζήτηση δε σταματά εκεί. Σαν ένα αυτοσχέδιο μικρόφωνο μπροστά σε έναν καθρέφτη ψέλνεις την μυρωδιά της θάλασσας. Γιατί επέστρεψες;
Κοιτάς τον συνομιλητή στα μάτια , του χαμογελάς και του ψιθυρίζεις “έλα” και αυτός ανταποδίδει το χαμόγελο και σε ακολουθεί. Βυθίζεται μαζί τα χέρια στο νερό και αυτό φεύγει από τις χούφτες σας , εξατμίζεται , γίνεται αγέρας και φεύγει και πονάει και πέφτει στις πληγές που καίγονται και γιατρεύονται. Γελάτε ευτυχισμένοι και εκεί συνειδητοποιείς πως δεν είναι αυτό που θες και φεύγει και έρχεται άλλος και τον κρατάς απ' το χέρι και ανταλλάσεται ματιές. Η άμμος δυσκολεύει τα βήματα και το βάρος στο χέρι σου μεγάλο , αν θες να φτάσεις εκεί που είναι το φως πρέπει να συνεχίσεις με ελαφρύ φορτίο. Τον κοιτάς και δεν νιώθεις συναίσθημα , τον αφήνεις να φύγει. Και τρέχεις μόνος μέχρι που η μοναξιά γίνεται κούραση και αναγκάζεσαι να προκαλέσεις το απόλυτο. Αυτόν που ξέρεις ότι μόνο η φαντασία μπορεί να φέρει.

“Γεια”
“Ευχαριστώ”
“Πάμε;”
“Που;”
“Εκεί που ήσουν”
“Είναι νωρίς”
Και παίρνει πρωτοβουλία και χάνεται και εξατμίζεται σαν το νερό.
Τα γόνατα τρυπάν την άμμο και εσύ δημιουργείς ασφάλτους για να τρέξεις πιο γρήγορα , να γυρίσεις πίσω , να προλάβεις. Οι πατημασιές σου διαγράφονται ακόμα , λειψές ή ολόκληρες και εκεί καταλαβαίνεις πως τόση ώρα ήσουν μόνος και όλα αυτά έλαβαν χώρα στο μυαλό σου. Όμορφες εικόνες έπλασες και τις έζησες. Πόσο περήφανος θα έπρεπε να είσαι για αυτό; Ζεις σε μαγικούς κόσμους , αρνούμενος αυτό που θα έπρεπε να βιώνεις, ξενυχτάς για να γράψεις το soundtrack της ζωής σου χωρίς να έχεις γνώσεις γιατί έτσι πρέπει. Να βαδίζεις μαθαίνοντας.
Αν δεν καταφέρεις να πείσεις τους άλλους για αυτό που είσαι , ποιος είναι ο σκοπός της ύπαρξής σου; Αν δεν παθιαστείς , αν δεν αγαπήσεις φωνές , γραμμές , χαρακτήρες και ήρωες; Αν δεν βγεις από το καλούπι , αν αρνηθείς να δοκιμάσεις κάτι ήδη φορεμένο , αν η διαφορά που θα σχηματίσεις δεν είναι φανερή τότε γιατί να προσπαθείς να φτάσεις εκεί που φαντάζεσαι. Αν δεν λερωθείς δε θα καταφέρεις να αγγίξεις το άπιαστο και ποτέ η φαντασίωση δε θα γεννήσει ψυχή και σώμα , ποτέ. Η επιλογή είναι εύκολη γιατί είναι η πιο δύσκολη στιγμή.
Και εκεί που έχεις πάρει τον δρόμο του γυρισμού και τα πόδια σου βυθίζονται στην υγρή άμμο βλέπεις δίπλα σου άλλο ένα ζευγάρι πόδια , και νιώθεις το χέρι σου ζεστό , την ψυχή γεμάτη. Παραμύθια που έφτιαξαν την πραγματικότητα και αλήθειες που δημιούργησαν μεγάλα ψέματα

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Suspended

    Πρέπει να ξέρω τι θα περιμένω. Πρέπει να μάθω. Οι οροί και το οξυγόνο νιώθω να τελειώνουν και οι μέρες λιγοστεύουν που είμαι εδώ. Οι γραμμές σταματούν να με αιφνιδιάζουν και ακολουθούν ευθεία πορεία. Το καρδιογράφημα μου με πέταξε σε μια γωνία.
    Όλα ξεκίνησαν σαν ένα αστείο. Σαν αυτά που κάνουν τα αδέλφια μεταξύ τους. Και κατέληξε σε μάχη μεταξύ συμμοριών που παλεύουν για το ποια θα επικρατήσει. Στην αρχή γελούσα δυστυχισμένη μα τώρα ξέρω πως ακόμα και αυτό μου το κλέψανε. Αλήθεια ή ψέμματα; Δε θα μάθω ποτέ πως ακριβώς λειτουργώ. Δε θα μάθω ποτέ να σταματώ να μπερδεύω και να μπερδεύομαι. Για αυτό πήρα την πιο σημαντική απόφαση , μέχρι τώρα.






     Μεταμόσχευση.







    Ζωτικά όργανα πρέπει να αλλάζουν θέσεις , να κινούνται στον χώρο και να εξατμίζονται. Η άτυπη καρδιά καταλαμβάνει μέρος του εγκεφάλου και εκφυλίζεται , φεύγει με σκοτεινές κινήσεις μακριά. Σαν την ανάσα που βγαίνει από το στήθος όταν γροθιές κατακλύζουν το μυαλό και την βλέπεις να περνάει από δίπλα σου γελώντας ειρωνικά. Όμως εσύ την ακολουθείς υπνωτισμένος , γιατί είναι το μόνο που έχεις και η ζωή σου κρέμεται , κυριολεκτικά , από αυτήν. Τρέχεις πίσω της κάνοντας την πιο τρελή διαδρομή. Πηδώντας σε λάκκους με μαύρες φωτιές και θυμωμένους δράκους , τραυματίζεσαι και ενώ θες να εγκαταλείψεις , προσπαθείς να επιζήσεις.
    Βλέπεις τους γιατρούς να φωνάζουν πως δε θα τα καταφέρεις , να σε γεμίζουν φάρμακα και ναρκωτικά , να σε δένουν στη ζωή με μέσα τεχνητά , σωλήνες και προσευχές. Τους βλέπεις να φεύγουν μακριά και δεν τους ακούς πια και ξέρεις πως η ανάσα σου , έχει ξεφύγει. Και κανένα άλμα , κανένας παλμός , καμία στρέψη δε θα τη φέρει πίσω. Βλέπεις ότι κάποιος την άρπαξε , την έκανε δική του , αλλά δε τολμάς να ζητήσεις αυτά που σου ανήκουν.
    Γιατί κάποτε , όχι πολύ καιρό πίσω , ήσουν εσύ το κέντρο και όλοι χόρευαν γύρω σου. Γιατί κάποτε, όχι πολύ καιρό πίσω , αγαπούσες να ακουμπάς το πάτωμα , να πετάς στον αέρα και να πονάς με ανθρώπους. Ψέματα. Αγαπούσες να ακουμπάς σε εκείνο το πάτωμα , να πετάς σε εκείνο τον αέρα και να πονάς με εκείνους τους ανθρώπους. Ψεγάδια στον νέο καμβά , μικρές παραφωνίες στη νέα σου σύνθεση , ένα μικρό πέσιμο στη χορογραφία.
    Άλλοι άνθρωποι σου δίδαξαν να ζεις και άλλοι ,ίσως καλύτεροι , σε κάνουν να θες να πεθάνεις. Και είναι και τα δυο ηδονικά. Τι να επιλέξεις; Δε μπορείς να ζεις αλλά αρνήσε να πεθάνεις. Κανείς και ποτέ δε μπορεί να σε αναγκάσει να εγκαταλείψεις την ζωή σου , μόνο η ίδια σου η αναπνοή. Και έτσι μένεις κολλημένος στο παρελθόν αγνοώντας ή τρυπώντας το αστραφτερό παρόν , το πολύχρωμο μέλλον. Μαύρο παντού. Στα ρούχα , στα μάτια , στο δέρμα , στη ψυχή. Επιλογές που έκανες και κάνεις και δε θα εγκατέλειπες ποτέ , αλλά όπως και στον χορό , σε μια πιρουέτα το σώμα γυρνάει και το κεφάλι μένει σταθερό , κοιτώντας μονάχα ένα σημείο. Μονάχα ένα. Αλλιώς ζαλίζεσαι και πέφτεις. Και τώρα αντιστρέφονται οι νόμοι. Κοιτάς στο σημείο αυτό και αντί να ισορροπείς , γέρνεις και γκρεμίζεσαι και φεύγεις από τη σκηνή , προσγειώνεσαι σε πεινασμένα ανθρωπόμορφα λιοντάρια.






    Και η απόφαση έμεινε μετέωρη. Δε μπορούν να μου αλλάξουν την καρδιά , ούτε το μυαλό. Και πλέον δεν ξέρω και αν το θέλω. Ίσως τελικά είναι αυτό που με κάνει να συνεχίζω να ζω , που με κάνει να δίνω δύναμη στο καρδιογράφημα μου να συνεχίσει να πάλλεται. Ξιφομαχώ για να κρατηθώ στη ζωή και προσπαθώ να τρυπήσω το στήθος του αντιπάλου.
Ίσως τα καταφέρω.
Ίσως όχι.