Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Η ιστορία ενός ξωτικού

      Μια φορά και έναν καιρό , ήταν ένα ξωτικό. Είχε ακούσει να το λένε , εκείνο το τρομαχτικό «όλα αλλάζουν σε μια στιγμή» , αλλά δεν είχε δώσει σημασία. Όλες οι αλλαγές είχαν επέλθει με την πάροδο των χρόνων , ενώ ζούσε τις στιγμές και ήξερε ότι στην άκρη της διαδρομής , κάτι θα αλλάξει. Και έτσι μια μέρα , ενώ στα όνειρα του έβλεπε έναν δρόμο ευθύ ,χωρίς στροφές και γεμάτο ομορφιές που του γαλήνευαν την ψυχή και σκόρπιζαν άρωμα ευτυχίας , τότε ήταν που ξύπνησε. Γύρισε να κοιτάξει γύρω του και είδε κάτι σκοτεινό. Πίσω του είχε απομείνει λίγο φως. Είχε στρίψει στο τέλος της διαδρομής , χωρίς να το καταλάβει. Έπεσε στο μαξιλάρι και έκλεισε τα μάτια , μετρώντας μέχρι το δέκα. Όταν θα τα άνοιγε πάλι , όλα θα ήταν όπως πριν. Με φως , αρώματα , γεύσεις και αισθήσεις που μαγεύουν. 8…9…10… Σκότος.
      Το ξωτικό έβγαλε μια κραυγή που δεν ακούστηκε ποτέ και σχημάτισε μια ουλή εκεί που όταν ήταν ζωντανό κατοικούσε μια καρδιά. Πόνεσε λίγο παραπάνω. Αποφάσισε όμως να εξερευνήσει την νέα του ζωή και να συμβιβαστεί με αυτό που του έφερε το τέλος του δρόμου του. Ίσως να κατάφερνε να ξανά χτίσει την όμορφη σκηνή που είχε μείνει στο μυαλό του , αν και σιγά σιγά η εικόνα ξεψυχούσε. Κατέβασε τα γυμνά και βρώμικα πόδια του από το κρεβάτι των αναμνήσεων και ακούμπησε στο τραχύ έδαφος. Κάτι ασκούσε πίεση στο πέλμα του. Σήκωσε το πετραδάκι και το κοίταξε. Κάπου πάνω στην μικρή του επιφάνεια , χαραγμένο με κόκκινο υγρό που μύριζε αίμα έγραφε «Σταμάτα να ελπίζεις». Το πέταξε μακριά και αποφάσισε να μη δώσει σημασία. Συνέχισε τα βήμα του και κοίταξε δεξιά και αριστερά.
      Κάτι του θύμιζε όλο αυτό που έβλεπε. Αυτά τα μαύρα τριαντάφυλλα μέσα στην μαύρη ντάμα που χαμογελούσε ειρωνικά. Έμοιαζαν τόσο με την πολύχρωμη περιοχή που ζούσε πριν την στροφή. Ένας σουβλερός πόνος τον έκανε να σταματήσει και ένα ακόμα πετραδάκι είχε σφηνωθεί στην άκρη του ποδιού του. Το ίδιο ακριβώς πετραδάκι με πριν. Αυτή την φορά χαραγμένη ήταν μια άλλη φράση. «Μείνε μακριά. Τρέξε να σωθείς» . Ο φόβος κατέκλυσε το ξωτικό που κράτησε σφιχτά την πέτρα στο χέρι του , τόσο σφιχτά που άρχισε να ματώνει. Κάθισε προσεκτικά κάτω και ένιωθε την ζέστη που έβραζε κάτω από το κορμί του να του παγώνει την σκέψη.
    Πάνω που είχε αρχίσει να ζει στο όνειρο. Να αναπνέει την ευτυχία και να εκπνέει ότι πιο όμορφο του είχε συμβεί. Είχε πλησιάσει στο όμορφο εκείνο σημείο που θέλεις να φωνάξεις πόσο ευτυχισμένος είσαι. Αλλά συγκρατήθηκε. Κανέναν ξωτικό δεν το έμαθε. Και αυτό το βασάνιζε πιο πολύ από όσο νόμιζε. Όμως ήξερε πως δεν μπορούσε να μοιραστεί αυτή την ευτυχία. Γιατί δεν ήξερε αν είναι πραγματική. Γιατί ήξερε πως όλα τα ξωτικά είχαν το πραγματικό τους δρόμο , χωρίς στροφές και γωνίες. Ενώ το μικρό αυτό ξωτικό , ένιωθε πως ο δικός του δρόμος έκρυβε παγίδες. Φοβόταν όμως! Αν αποκάλυπτε το μυστικό τους ίσως να μην είχε πια συντρόφους με τους οποίους θα έπαιζε στην αυλή κάποιου ανθρώπινου σπιτιού που οι ίδιοι θα είχαν κάψει.
Το ξωτικό ήταν βυθισμένο στο νέο
του σπίτι. Ήξερε τον δρόμο να γυρίσει αλλά δεν τολμούσε. Πώς να μπορέσει να πει σε τρίτους αυτά που δεν τολμάει να πει στον ίδιο του τον εαυτό;
     Η μαύρη ντάμα κούπα δεν χαμογελούσε πια….λευκά δάκρυα τρέχανε από τα χάρτινα μάτια της και καθώς το πηκτό υγρό έπεφτε με δύναμη στο έδαφος , μια τεράστια πόρτα εμφανίστηκε σε ένα χρώμα που κανένας άνθρωπος δε θα μπορούσε να φανταστεί.
Το ξωτικό πίεσε το χερούλι με δύναμη , άνοιξε την πόρτα και χωρίς να το σκεφτεί…έφυγε. Δε πρόλαβε να δει το πετραδάκι να αλλάζει και να σχηματίζει τη φράση «Θα είμαι εδώ από το πρωί που θα ξυπνάς , μέχρι την στιγμή που θα μου λες καληνύχτα»












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου