Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014

Movie? Movie

Τους άκουσα να το λένε. Διάβασα τα χείλη τους. Το έλεγαν ξεκάθαρα. Κοίταξαν μια στιγμή δεξιά και αριστερά για να βεβαιωθούν ότι δεν είμαι κάπου εκεί κοντά. Και τότε κοιτάχτηκαν μεταξύ τους , και το ψιθύρισαν τόσο , που ούτε οι ίδιοι δεν άκουσαν τις λέξεις που βγήκαν από μέσα τους. Αλλά εγώ τις άκουσα.
Ξέσπασαν σε γέλια. Στην αρχή διακριτικά , μα στη συνέχεια πονεμένα και διαβολικά. Τα μάγουλα τους κοκκίνισαν και η αναπνοή τους έβγαινε με το ζόρι. Ένα γέλιο που φαινόταν να το ευχαριστιούνται. Πολύ. Δεν ήξεραν ότι είμαι εκεί. Ότι ξέρω , ότι ακούω , ότι βλέπω. Είναι χαρούμενοι. Eιναι χαρούμενοι που δεν είμαι εγώ. Που δεν είμαι.
Ο κόσμος παίζει μαζί μου σαν να είναι παιδιά. Σαν να μην είμαι. Διασκεδάζουν παραπάνω από όσο θα έπρεπε για κάτι που δεν θα έπρεπε. Τι ; Ένα γέλιο ακούγεται. Με κοροϊδεύει. Και εσένα σε κοροϊδεύει.
Είναι ξανά όπως στις ταινίες , μόνο λιγότερο όμορφα και χωρίς μουσικές που κάνουν την ένταση να κορυφώνεται. Είσαι εκεί , στη μέση ενός δρόμου όπου κόσμος και αυτοκίνητα περνάνε από δίπλα σου , παιδάκια φωνάζουν , κλαίνε ή τραγουδάνε , ζευγάρια μαλώνουν ή φιλιούνται , οδηγοί κορνάρουν , βρίζουν ή χαιρετάνε.Κανείς δε σου δίνει σημασία. Όλα αυτά θολά γύρο σου και εσυ ακίνητος. Το 'χεις; Το 'πιάσες; Βαθιά μελαγχολία και κάποιο κομμάτι του Μπαχ συνοδεύει την σκηνή. Αλλά δεν είμαστε σε ταινία. Ναι , όντως , είσαι στη μέση του πλήθους και κανείς δε σου δίνει σημασία. Ναι , είσαι μόνος. Αλλά καμία μελωδία δεν εμπλουτίζει την σκηνή σου. Το μόνο που ακούς είναι κραυγές και γέλια. Κραυγές πόνου από τα μέσα σου , πονάς. Δε το νιώθεις , αλλά πονάς. Και τα γέλια των άλλων που σε κοροϊδεύουν. Δεν ξέρεις γιατί. Φαντάζεσαι αλλά δεν ξέρεις. Και αυτό το μέρος , το μέρος που φαντάζεσαι γιατί γελάνε μαζί σου , είναι το χειρότερο.
Αν ήμασταν σε ταινία , τώρα θα ερχόταν η λυτρωτική σκηνή όπου ο αγαπημένος φίλος/αδερφός/γκόμενος σε όλα τα φυλα , σε όλες τις ηλικίες και τα κυβικά έρχεται , διασχίζει το πλήθος , σε πλησιάζει και σου λέει “Όλα καλά , εγώ είμαι εδω”. Το χεις; Σου θυμίζει κάτι; Όχι; Ξέρεις γιατί; Γιατί στην δική σου πραγματική ζωή αυτός που ξεπροβάλει είναι κάποιος που αγαπάς και μετά έρχεται και ο άλλος και ο άλλος και μαζεύονται γύρω σου όλα τα αγαπημένα σου πρόσωπα και αρχίζουν να γελάνε. Σχηματίζουν κύκλο , πιάνουν χέρια και χορεύουν γύρω σου ενώ φωνάζουν λέξεις που δεν καταννοείς αλλά ξέρεις πως δεν είναι για καλό. Ίσως κάποιο αφανιστικό ξόρκι. Το διασκεδάζουν.
Αν ήμασταν στη ταινία θα ξυπνούσες κάπου ζεστά αγκαλιά με αυτούς που αγαπάς και σ αγαπούν και θα ζούσατε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.Αλλά το καλύτερα δεν έρχεται έτσι. Εσύ και εγώ θα αναγκαστούμε να σηκωθούμε , να κοιτάξουμε τους φίλους και τους εχθρούς στα μάτια , να σπάσουμε τον κλοιό τους και να προχωρήσουμε αντίθετα από εκεί που πηγαίναμε. Αυτή τη φορά χωρίς καμία σιγουριά , χωρίς συναισθήματα με ένα βαθύ , χαώδες κενό μέσα που δεν αγγίζει καν τον πάτο του έλεος. Ένα κενό που δεν σε πονάει , ούτε σε κρυώνει , ένα κενό που υπό άλλες συνθήκες θα γέμιζαν τα δάκρυα ή η οργή ή οι πληγές που θα έκανες μόνος σου. Αλλά όχι. Αυτό το κενό είναι ύπουλο. Εξαπλώνεται και αδειάζει όλο το σώμα. Όλα τα όργανά. Μένεις απλά σάρκα. Σάρκα γεμάτη αέρα. Και οι άλλοι ακόμα γελάνε.
Το κενό μεγαλώνει και τρώει και σένα. Και δεν φαίνεσαι πια. Δε φαίνομαι. Και είμαι εκεί και τους βλέπω που γελάνε που με χάσανε. Που νομίζουν ότι κατάφερα να φύγω , να γυρίσω στον κόσμο μου που δεν τους άρεσε καθόλου. Στον κόσμο μου. Το πιασες; Το 'χεις;



Στέλλα

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Ίδια ζαριά



Σήμερα άδειασε η ψυχή μου. Δυο φορές.
Τη πρώτη το κενό φώναζε ότι δεν το αντέχει , ότι πονάει και νιώθει προδομένο και τρελαμένο και κλειδωμένο να ασφυκτιά. Απογοητευμένο. Τίποτα πια δεν θα είναι ίδιο. Όπως κάθε μας κίνηση επηρεάζει την υπόλοιπη ζωή μας. Μόνο που τώρα , οι πράξεις σου και οι πράξεις των γύρο σου , που σε οδηγούν να πράξεις….. σου δείχνουν τον δρόμο. Ένας δρόμος χωρίς επιστροφή , χωρίς φώτα και χωρίς ήχους.
Το απόλυτο κενό.
Δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα , σου γυρίζει τα σωθικά και ξερνάς χολή.
Κάθεσαι στο κρύο πάτωμα και αυτό αρπάζει φωτιά , σε καίει , σε τρώει , δεν αφήνει τίποτα από ότι σου άφησε το κενό. Ξαπλώνεις. Κλείνεις τα μάτια και βλέπεις να εκτοξεύονται αντικείμενα πάνω σου. Ρούχα να πετόνται σκισμένα και ματωμένα δίπλα σου. Ακούς φωνές. Λέξεις που σε τρυπάν ακόμα πιο βαθιά.
Κανείς. Τέλος. Πόνος. Δεν. Φεύγω. Πίσω. Μισώ.

Πως καταφέρνω και κρατιέμαι;

Τα πόδια δε βαστάνε , αλλά σηκώνεσαι. Σκουπίζεις τις καυτές λάβες από τα μαγουλά σου και χτυπάς πίσω σου την πόρτα. Από πίσω ακούς τα συντρίμμια να ουρλιάζουν και να σε παρακαλάνε να γυρίσεις πίσω. Φοβούνται.
Το ένστικτο σε οδηγεί στο πεπρωμένο σου. Εκεί που το δεύτερο κενό θα σε διπλώσει στα δυο. Μα αυτό θα είναι τόσο , μα τόσο διαφορετικό.
Κοίτα να δεις πως έχει. 
Περιμένεις , χωρίς να ξέρεις τι. Και αυτό έρχεται και στέκεται λίγα μέτρα μακριά σου , αλλά ξέρεις πως και αυτό σε περίμενε. Ανοίγει το στόμα και ξεχύνεται χείμαρρος. Οργή και μίσος. Αλλά κάτι μέσα σου το περίμενε , έτσι; Σου μιλά για γάτες και για σκύλους. Για τροφές και γεγονότα. Του μιλάς για σένα. Δεν ακούει. Δε θέλει. Και συ ξέρεις.
«Το μυρίζεις;» ρωτάς.
«Ποιο;»
«Αυτό που έρχεται» απαντάς.    


Ακούς πάλι λέξεις. Γνώριμες. Τις περίμενες και αυτές , ήξερες πως θα ειπωθούν και νόμιζες πως θα πονέσουν. Αλλά δεν πονάς. Ξαφνιάζεσαι και κοιτάς προς την ψυχή σου. Στη θέση της είναι μια κουφάλα , με αέρα και φύλλα να πετούν εδώ και εκεί.
«Έχω χρόνια να καθηλώσω την ψυχή μου»
Τα βήματα σε παρασέρνουν πιο εκεί. Φεύγεις για κάπου γνώριμα και ήρεμα και φιλικά , μητρικά. Κοιτάς ξανά εκεί που υπήρχε η ψυχή σου. Η τρύπα έχει κλείσει αλλά το κενό μέσα υπάρχει. Δε βλέπεις τίποτα. Είναι από εκείνα τα κενά που μυρίζουν και αισθάνονται. Πόνος ξανά. Αλλά και κάτι άλλο αυτή τη φορά. Κάτι που δεν γνώριζες ότι υπήρχε. Ανακούφιση. Ψαλμωδίες ακούγονταν από παντού μέσα σου σαν να λυτρωνόσουν από φόβο. Αλλά υπήρχε πάντα ο πόνος. Αυτές οι θρησκευτικές μουσικές , που δεν έχεις ακόμα καταλάβεις αν είναι ο σατανάς ή ο ευγενής θεός που τις στέλνει , δε σε αφήνουν να ακούσεις τα βήματα που σε ακολουθούν. Τα βήματα κρατούν μαχαίρι , σε ακουμπούν στον ώμο , γυρνάς και ψύχραιμα γεμίζουν το κενό σου με λεπίδα και αίμα. Τα μάτια δεν έχουν καμία παράκληση , μόνο επιταγή.
«Θα ζήσεις ή θα πεθάνεις. Εγώ θα το επιλέξω» οι λέξεις δε βγαίνουν από κανένα στόμα. Είναι σκέψεις που αντιλαλούν προς όλους. Σχεδόν σε διαπερνούν.
Και φωνάζεις πως θέλεις να ζήσεις , χωρίς να είσαι σίγουρος γιατί. Ίσως απλά επειδή έχεις συνηθίσει έτσι. Και γυρνάς εκεί που ήσουν.
Σήμερα η ψυχή σου άδειασε. Δυο φορές.

Κυριακή 18 Μαΐου 2014

Σε βλέπω να πονάς και γελάω

“Σου λείπω ήδη”
Ναι”
Πες το”
Όχι”
Φοβάσαι; Τι φοβάσαι;”
Εμένα”


  Μελαγχολικά τραγούδια γεμίζουν το δωμάτιο. Η μουσική είναι το μόνο ναρκωτικό που επιτρέπεις να ζει μέσα σου. Η μουσική και εκείνο.Εκείνο που σε κάνει να φοβάσαι τον ίδιο σου τον εαυτό. Βαριά βήματα που οδηγούν στην πύλη με το νέκταρ. Γεμίζεις το ποτήρι σου , το υψώνεις στον ουρανό και φωνάζει “Στην υγεία σου”. Το κατεβάζεις με μια ανάσα. Κάνεις λίγα βήματα ακόμη για να σωριαστείς στον καναπέ που ρουφάει τις ανάσες σου. Το ποτήρι φαίνεται τόσο όμορφο στο χέρι σου. Αλλά άδειο. Ναι. Θες κ άλλο απεγνωσμένα. Σηκώνεσαι αδύναμα και προσπαθείς να ισορρoπείς στα πόδια σου. Ταλαντεύεσαι ανίσχυρα και προχωράς. Λίγα βήματα μόνο πριν την ευτυχία , μόνο λίγα. Μόνο όταν φτάσεις κάνεις την προσπάθεια να γεμίσεις το ποτήρι. Το κόκκινο υγρό κυλάει στο ποτήρι και μετά στο πάτωμα και μετά στις φλέβες σου. Τα νύχια με μανία ξεσκίζουν τους καρπούς και ρουφάς το βάλσαμο. Θες κ άλλο. Ναι , θες κ' άλλο κ' άλλο κ' άλλο κ' άλλο κ' άλλο κ' άλλο . Πονάς και εγώ γελάω.
   Ανέβασε την ένταση στη μουσική μου. Την θέλω εδώ. Να χτυπά μέσα μου. Να την νιώθω να σπάει το σώμα μου , να βγαίνει με δύναμη στο πλήθος , να κινεί τα χέρια με στερεοτυπικές κινήσεις και τα πόδια να ξεφεύγουν από τις ανθρώπινες συνήθειες. Τα μάτια μου να σε βλέπουν να κλαις , να σε βλέπουν να αιμοραγείς από παντού , να σκίζεις τις σάρκες σου , να κλείνεις τα αυτιά σου για να μην με ακούς να σου λέω την αλήθεια. Και η φωνή μου να βγαίνει δυνατή , να σου θυμίζει πως ότι έζησες είναι ψέμα και στο δημιούργησα εγώ. Για εμάς. Πονάς και εγώ γελάω.
Συνεχίζεις να πίνεις από το αίμα σου για να γίνεις πιο δυνατός και πιο κακός και πιο...μισός. Γιατί χωρίς το συναίσθημα αυτό , που ένιωθες κοιτάζοντας τον άλλο στα μάτια , είσαι μισός. Χωρίς τα γέλια , το μίσος , το πείραγμα , την αγάπη , τις αθώες , τις πονηρές συζητήσεις. Είσαι ένα τίποτα. Και πρέπει να το πάρεις απόφαση πως αυτό το τίποτα θα μπει στη ζωή σου για τα καλά με δική σου απόφαση. Δε το θες , αλλά ο εγωισμός δε σε αφήνει να ξεπεράσεις και αυτό το εμπόδιο. Πονάς και εγώ γελάω.






Τι θες;”
Να χαμογελάμε μαζι”
Δε μ'αρεσει να χαμογελάω”
Ούτε εμένα να κολυμπάω”
Που κολλάει αυτό;”
Στο ότι για να σε σώσω θα κολυμπούσα όσο χρειαζόταν”
............”









  Για να γράψεις χρειάζεσαι συναίσθημα , ερέθισμα , μουσική και πάθος. Πολλά από αυτά τα βιώνεις κάθε μέρα και τις περισσότερες φορές απλά αποφεύγεις να βυθιστείς σε αυτόν τον χορό. Πόσο πολύ αγάπησες , αλήθεια , την ζωή σου; Σαν σταματημένο ρολόι τοίχο; Σαν λερωμένη κουρτίνα που κρέμεται στο πάτωμα; Σαν λίγα φορεμένα ρούχα στη καρέκλα; Σαν τη βρεγμένη γη θα έλεγα , σαν εμένα χωρίς εσένα , σαν οινόπνευμα σε πληγή , σαν την τελευταία σταγόνα του κρασιού μου. Είσαι σίγουρος πως η ζωή σου θα κυλήσει ομαλά ,αρκεί να απομακρυνθείς από τα μέσα που θα σου δώσουν την επικοινωνία, Μα ζεις μέσα σε αυτή. Πως θα αντέξεις να μη αγγίξεις με τα δάχτυλά σου τη φωτογραφία; Πως θα μείνεις πίσω από τα βρεγμένα παράθυρα , χωρίς να τρέξεις να χωθείς στον πόνο , ενώ ξέρεις πως σε έχει ανάγκη; Ο μόνος τρόπος , ο μόνος λόγος , η μόνη διέξοδος , είναι να σε σκοτώσει. Σε βλέπω να πονάς και εγώ γελάω.






Το ζήσαμε;”
Όχι όπως ήθελε ο καθένας μας”
Τελείωσε;”
Μάλλον”
Και τώρα;”
Ζούμε σαν να μη ζήσαμε , σαν να μη γνωριστήκαμε”
Δύσκολο”
Ακατορθωτο”
Μήπως....;”
Όχι , αντίο”
Μη κλαίς”
Σε βλέπω να πονάς και πεθαίνω”

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Ο Δρόμος Της Επιστροφής

Σαν να περπάτησες πολύ για απόψε... Είναι καιρός να γυρίσεις πίσω.
Μα πρέπει να διαλέξεις από που θα πας. Μπορείς να περπατήσεις δίπλα στο κύμα , με το θαλασσινό νερό να σου δροσίζει τα πόδια και το αλάτι να σου καίει τις πληγές , με τη ζακέτα στη πλάτη και ένα καλοκαιρινό τραγούδι στα αυτιά σου. Μπορείς να ανέβεις στο αμάξι και να εξαφανιστείς όσο πιο γρήγορα μπορείς , μυρίζοντας τις αναθυμιάσεις της βενζίνης που μένουν στην ατμόσφαιρα.
Τα πόδια σου πονάνε από τις πολύωρες βόλτες και της εξοντωτικές συζητήσεις και τα φώτα έχουν ανάψει πια. Ο ήχος από τη θάλασσα που χτυπάει στα βράχια γίνεται έντονος και παραβιάζει τα όρια του λογικού. Και όμως δε θες να τελειώσει. Μακάρι να είχες τη δύναμη να συνεχίσεις να προχωράς κ άλλο , χωρίς το κύμα να σε βρέχει , ο ήλιος να σε καίει και η βροχή να σε λιώνει. Μακάρι να ήταν ατέλειωτο αυτό το καλοκαίρι.
Τα χέρια δε φτάνουν να ανέβουν στο ύψωμα , χρειάζεσαι βοήθεια και κανείς δεν είναι δίπλα σου στις μοναχικές βόλτες. Δε θα μάθει κανείς ποτέ ποιες ήταν οι παρέες σου.
Με ποιους αντάλλαξες απόψεις , ποιανού το χέρι έσφιξες και σε ποιανού τα μάτια βυθίστηκες; Ύπουλα μυαλά σε παρασέρνουν και ακροπατάς σε πρόσωπα και καταστάσεις , μεταβαίνεις από την πίστη στην άρνηση και από την απιστία στην ανάγκη. Περπατάς εκεί και αλλάζεις συνομιλητές , ίδιες συζητήσεις χωρίς κανείς να είναι εκεί. Άδειες. Ο αέρας σε σπρώχνει λίγο παρακάτω αλλά η συζήτηση δε σταματά εκεί. Σαν ένα αυτοσχέδιο μικρόφωνο μπροστά σε έναν καθρέφτη ψέλνεις την μυρωδιά της θάλασσας. Γιατί επέστρεψες;
Κοιτάς τον συνομιλητή στα μάτια , του χαμογελάς και του ψιθυρίζεις “έλα” και αυτός ανταποδίδει το χαμόγελο και σε ακολουθεί. Βυθίζεται μαζί τα χέρια στο νερό και αυτό φεύγει από τις χούφτες σας , εξατμίζεται , γίνεται αγέρας και φεύγει και πονάει και πέφτει στις πληγές που καίγονται και γιατρεύονται. Γελάτε ευτυχισμένοι και εκεί συνειδητοποιείς πως δεν είναι αυτό που θες και φεύγει και έρχεται άλλος και τον κρατάς απ' το χέρι και ανταλλάσεται ματιές. Η άμμος δυσκολεύει τα βήματα και το βάρος στο χέρι σου μεγάλο , αν θες να φτάσεις εκεί που είναι το φως πρέπει να συνεχίσεις με ελαφρύ φορτίο. Τον κοιτάς και δεν νιώθεις συναίσθημα , τον αφήνεις να φύγει. Και τρέχεις μόνος μέχρι που η μοναξιά γίνεται κούραση και αναγκάζεσαι να προκαλέσεις το απόλυτο. Αυτόν που ξέρεις ότι μόνο η φαντασία μπορεί να φέρει.

“Γεια”
“Ευχαριστώ”
“Πάμε;”
“Που;”
“Εκεί που ήσουν”
“Είναι νωρίς”
Και παίρνει πρωτοβουλία και χάνεται και εξατμίζεται σαν το νερό.
Τα γόνατα τρυπάν την άμμο και εσύ δημιουργείς ασφάλτους για να τρέξεις πιο γρήγορα , να γυρίσεις πίσω , να προλάβεις. Οι πατημασιές σου διαγράφονται ακόμα , λειψές ή ολόκληρες και εκεί καταλαβαίνεις πως τόση ώρα ήσουν μόνος και όλα αυτά έλαβαν χώρα στο μυαλό σου. Όμορφες εικόνες έπλασες και τις έζησες. Πόσο περήφανος θα έπρεπε να είσαι για αυτό; Ζεις σε μαγικούς κόσμους , αρνούμενος αυτό που θα έπρεπε να βιώνεις, ξενυχτάς για να γράψεις το soundtrack της ζωής σου χωρίς να έχεις γνώσεις γιατί έτσι πρέπει. Να βαδίζεις μαθαίνοντας.
Αν δεν καταφέρεις να πείσεις τους άλλους για αυτό που είσαι , ποιος είναι ο σκοπός της ύπαρξής σου; Αν δεν παθιαστείς , αν δεν αγαπήσεις φωνές , γραμμές , χαρακτήρες και ήρωες; Αν δεν βγεις από το καλούπι , αν αρνηθείς να δοκιμάσεις κάτι ήδη φορεμένο , αν η διαφορά που θα σχηματίσεις δεν είναι φανερή τότε γιατί να προσπαθείς να φτάσεις εκεί που φαντάζεσαι. Αν δεν λερωθείς δε θα καταφέρεις να αγγίξεις το άπιαστο και ποτέ η φαντασίωση δε θα γεννήσει ψυχή και σώμα , ποτέ. Η επιλογή είναι εύκολη γιατί είναι η πιο δύσκολη στιγμή.
Και εκεί που έχεις πάρει τον δρόμο του γυρισμού και τα πόδια σου βυθίζονται στην υγρή άμμο βλέπεις δίπλα σου άλλο ένα ζευγάρι πόδια , και νιώθεις το χέρι σου ζεστό , την ψυχή γεμάτη. Παραμύθια που έφτιαξαν την πραγματικότητα και αλήθειες που δημιούργησαν μεγάλα ψέματα

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Suspended

    Πρέπει να ξέρω τι θα περιμένω. Πρέπει να μάθω. Οι οροί και το οξυγόνο νιώθω να τελειώνουν και οι μέρες λιγοστεύουν που είμαι εδώ. Οι γραμμές σταματούν να με αιφνιδιάζουν και ακολουθούν ευθεία πορεία. Το καρδιογράφημα μου με πέταξε σε μια γωνία.
    Όλα ξεκίνησαν σαν ένα αστείο. Σαν αυτά που κάνουν τα αδέλφια μεταξύ τους. Και κατέληξε σε μάχη μεταξύ συμμοριών που παλεύουν για το ποια θα επικρατήσει. Στην αρχή γελούσα δυστυχισμένη μα τώρα ξέρω πως ακόμα και αυτό μου το κλέψανε. Αλήθεια ή ψέμματα; Δε θα μάθω ποτέ πως ακριβώς λειτουργώ. Δε θα μάθω ποτέ να σταματώ να μπερδεύω και να μπερδεύομαι. Για αυτό πήρα την πιο σημαντική απόφαση , μέχρι τώρα.






     Μεταμόσχευση.







    Ζωτικά όργανα πρέπει να αλλάζουν θέσεις , να κινούνται στον χώρο και να εξατμίζονται. Η άτυπη καρδιά καταλαμβάνει μέρος του εγκεφάλου και εκφυλίζεται , φεύγει με σκοτεινές κινήσεις μακριά. Σαν την ανάσα που βγαίνει από το στήθος όταν γροθιές κατακλύζουν το μυαλό και την βλέπεις να περνάει από δίπλα σου γελώντας ειρωνικά. Όμως εσύ την ακολουθείς υπνωτισμένος , γιατί είναι το μόνο που έχεις και η ζωή σου κρέμεται , κυριολεκτικά , από αυτήν. Τρέχεις πίσω της κάνοντας την πιο τρελή διαδρομή. Πηδώντας σε λάκκους με μαύρες φωτιές και θυμωμένους δράκους , τραυματίζεσαι και ενώ θες να εγκαταλείψεις , προσπαθείς να επιζήσεις.
    Βλέπεις τους γιατρούς να φωνάζουν πως δε θα τα καταφέρεις , να σε γεμίζουν φάρμακα και ναρκωτικά , να σε δένουν στη ζωή με μέσα τεχνητά , σωλήνες και προσευχές. Τους βλέπεις να φεύγουν μακριά και δεν τους ακούς πια και ξέρεις πως η ανάσα σου , έχει ξεφύγει. Και κανένα άλμα , κανένας παλμός , καμία στρέψη δε θα τη φέρει πίσω. Βλέπεις ότι κάποιος την άρπαξε , την έκανε δική του , αλλά δε τολμάς να ζητήσεις αυτά που σου ανήκουν.
    Γιατί κάποτε , όχι πολύ καιρό πίσω , ήσουν εσύ το κέντρο και όλοι χόρευαν γύρω σου. Γιατί κάποτε, όχι πολύ καιρό πίσω , αγαπούσες να ακουμπάς το πάτωμα , να πετάς στον αέρα και να πονάς με ανθρώπους. Ψέματα. Αγαπούσες να ακουμπάς σε εκείνο το πάτωμα , να πετάς σε εκείνο τον αέρα και να πονάς με εκείνους τους ανθρώπους. Ψεγάδια στον νέο καμβά , μικρές παραφωνίες στη νέα σου σύνθεση , ένα μικρό πέσιμο στη χορογραφία.
    Άλλοι άνθρωποι σου δίδαξαν να ζεις και άλλοι ,ίσως καλύτεροι , σε κάνουν να θες να πεθάνεις. Και είναι και τα δυο ηδονικά. Τι να επιλέξεις; Δε μπορείς να ζεις αλλά αρνήσε να πεθάνεις. Κανείς και ποτέ δε μπορεί να σε αναγκάσει να εγκαταλείψεις την ζωή σου , μόνο η ίδια σου η αναπνοή. Και έτσι μένεις κολλημένος στο παρελθόν αγνοώντας ή τρυπώντας το αστραφτερό παρόν , το πολύχρωμο μέλλον. Μαύρο παντού. Στα ρούχα , στα μάτια , στο δέρμα , στη ψυχή. Επιλογές που έκανες και κάνεις και δε θα εγκατέλειπες ποτέ , αλλά όπως και στον χορό , σε μια πιρουέτα το σώμα γυρνάει και το κεφάλι μένει σταθερό , κοιτώντας μονάχα ένα σημείο. Μονάχα ένα. Αλλιώς ζαλίζεσαι και πέφτεις. Και τώρα αντιστρέφονται οι νόμοι. Κοιτάς στο σημείο αυτό και αντί να ισορροπείς , γέρνεις και γκρεμίζεσαι και φεύγεις από τη σκηνή , προσγειώνεσαι σε πεινασμένα ανθρωπόμορφα λιοντάρια.






    Και η απόφαση έμεινε μετέωρη. Δε μπορούν να μου αλλάξουν την καρδιά , ούτε το μυαλό. Και πλέον δεν ξέρω και αν το θέλω. Ίσως τελικά είναι αυτό που με κάνει να συνεχίζω να ζω , που με κάνει να δίνω δύναμη στο καρδιογράφημα μου να συνεχίσει να πάλλεται. Ξιφομαχώ για να κρατηθώ στη ζωή και προσπαθώ να τρυπήσω το στήθος του αντιπάλου.
Ίσως τα καταφέρω.
Ίσως όχι.