Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

My own He(lium)



Κοιτούσα το μπαλόνι που έφευγε από τα χέρια μου και πετούσε ψηλά. Έφευγε μακριά μου σαν να το ήθελε από τη πρώτη στιγμή. Αν δεν είχα σαστίσει τόσο θα προλάβαινα να αναπηδήσω και να το πιάσω. Να το κρατήσω δίπλα μου για όσο θα άντεχε πριν ξεφουσκώσει , πριν γίνει μια νεκρή μάζα. Αλλά δε το έκανα. Καθόμουν απλά εκεί , με τα χέρια στο πλάι μου σαν ξύλινα και ασήκωτα , το βλέμμα στον ουρανό να κοιτά τα χρώματα που άλλαζε το μπαλόνι μου όσο το χτυπούσε ο ήλιος και το στόμα μου ανοιχτό από έκπληξη ή θλίψη.
Δε μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω του. Το κοιτούσα να αλλάζει από κόκκινο σε πορτοκαλί και κίτρινο , και πάλι πίσω και μαγευόμουν , μέχρι να θυμηθώ πως δεν είναι πια δικό μου. Είχα νιώσει τόση χαρά για αυτό το μικρό μπαλονάκι. Το κράτησα από την λεπτή ασημένια κορδέλα του και ένιωσα την υφή της στα δάχτυλά μου να με χαϊδεύει. Ή μήπως ήταν η ψυχή μου; Το κρατούσα και ένιωσα μια ακαταμάχητη επιθυμία να το προστατέψω και να το έχω για πάντα δικό μου. Ήταν εύθραυστο , το ήξερα. Όπως ήξερα πως δε θα μπορούσα να το κρατήσω ανέπαφο για πολύ. Και αυτό μου προκαλούσε ένα συναίσθημα απώλειας πρώτου καν γίνει πραγματικότητα. Πονούσα ήδη για τον χαμό του μοναδικού μου μπαλονιού.
Μια μέρα πριν είχα σηκώσει το τηλέφωνο καλώντας γνωστούς και φίλους να τους ανακοινώσω την μεγάλη μου αγορά. Μερικοί αδιαφόρησαν , άλλοι –έκαναν πως- χάρηκαν και άλλοι , άλλοι ζήλεψαν και φάνηκε στα μάτια που δεν έβλεπα και στις μελιστάλακτες κακεντρεχής φωνές. Μα δεν φταίνε αυτοί που εγώ έχασα το μπαλόνι μου. Μόνο το χέρι μου και οι συγκυρίες. Και λίγο ο καιρός.
Το κρατούσα σφικτά. Το θαύμαζα. Ώσπου κάποιος με σκούντησε απότομα στον ώμο. Πέρασα βιάστηκα δυο φορές την κορδέλα στον καρπό μου και γύρισα. Γαλάζια μάτια και αγγελικά μαλλιά με κοιτούσαν ικετεύοντας για συγχώρεση λόγο του ατυχούς περιστατικού. Χαμογελούσε αχνά. Η καρδιά μου χτύπησε μια φορά και έσβησε μετά. Η κορδέλα ξετυλίχθηκε μια φορά. Ο άγγελος άπλωσε το χέρι του προς το μέρος μου και το ίδιο έκανα εγώ. Η επαφή μας με ζάλισε.
«Θρήνος» μου συστήθηκε. Και καμία λέξη δε κατάφερε να βγει από τα χείλη μου.Και η κορδέλα ξετυλίχθηκε ακόμα μια φορά και γλίστρησε από το χέρι μου. Και έφυγε.
Το μπαλόνι μου χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο. Το φαντάζομαι να ανεβαίνει κ άλλο. Να πλησιάζει τον φλεγόμενο ήλιο και να φοβάται. Να δακρύζει και ίσως να ψιθυρίζει προσευχές. Το φαντάζομαι να με αποζητάει και να θέλει να γυρίσει στα χέρια μου , να πάμε σπίτι για να αναπαυθεί στην ολόδική του γωνία του ταβανιού , ακριβώς πάνω από την γωνία που βολεύομαι εγώ τα βράδια.
Αλλά η αλήθεια , για ακόμα μια φορά , είναι πιο σκληρή από όσο θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Το μπαλόνι μου , το κόκκινο μπαλόνι μου χαμογελούσε όσο έφευγε από τα χέρια μου. Ευχαριστούσε τον Θρήνο για την ελευθερία που του χάρισε , γελούσε σατανικά ευχόμενο να σμίξω με αυτό το αγγελικό πρόσωπο. Ποτέ δε με συμπάθησε. Ή μάλλον το είχε κάνει εκείνα τα πρώτα λεπτά που το κράτησα γιατί είχε δει την αγάπη στα μάτια μου και νόμιζε πως θα ευτυχίσει. Όμως μετά όλα άλλαξαν. Ασφυκτιούσε από τα συναισθήματα , βαρέθηκε την αγάπη , σταμάτησε να επιθυμεί την επικοινωνία και σιχάθηκε κάθε κύτταρό μου. Μα εγώ ακόμα το λάτρευα. Άρπαξε την ευκαιρία , λοιπόν , να φύγει μακριά μου ευχόμενο να μη με δει ποτέ ξανά. Και πήγαινε να συναντήσει τον ήλιο με ένα χαμόγελο γοητευτικό. Οδηγούσε τον εαυτό του με μαθηματική ακρίβεια σε αυτοκτονία. Όσο πλησίαζε , τόσο ανυπομονούσε. Και όταν άγγιξε η φλόγα το πυρωμένο πλαστικό του φιλήθηκαν και αγαπήθηκαν για λίγα λεπτά , μέχρι ο ήλιος να βαρεθεί και να το φτύσει σε μικρά πύρινα κομματάκια που δε θα έβλεπα ποτέ.
Όπως ποτέ δε θα τα μάθαινα όλα αυτά. Γιατί έτσι γίνεται συνήθως. Ποτέ δε μαθαίνεις την αλήθεια , παρά μόνο την υποψιάζεσαι. Αλλά και πάλι δε θες να τη παραδεχτείς. Και είναι τόσο μα τόσο δύσκολο να συζητήσεις εξ αρχής. Να μάθεις αν περνάει το μπαλόνι σου καλά μαζί σου ή αν εύχεται να ερωτοτροπήσει με τον ήλιο. Να μάθεις αν ανήκεις στη ζωή του και αυτό στη δική σου. Είναι μεγαλείο να είσαι μέρος της ζωής κάποιου. Και ας είναι μπαλόνι. Και ας ήξερες από την αρχή ότι θα το χάσεις.
Όταν πια δεν έβλεπα ούτε την κορδέλα του να ανεμίζει γύρισα στον Θρήνο με μάτια θολά. Στεκόταν ακόμα εκεί με γαλάζια ψυχρά μάτια και μαλλιά βρώμικα. Τίποτα γοητευτικό δεν είχε πια.
«Γιατί;» τον ρώτησα.
Χαμογέλασε νωχελικά και άνοιξε το στόμα του να μιλήσει και έζεχνε πόνο και απελπισία.
«Γιατί έτσι είναι η ζωή σου. Θα έρχονται νέα πράγματα που θα αγαπάς και θα θέλεις να αφιερωθείς σε αυτά. Θα τα αγαπάς και θα κάνεις όνειρα. Και μια μέρα τα όνειρα θα σταματούν να σου μιλάνε και εσύ δε θα ξέρεις το γιατί. Θα θέλεις να τα προσκαλέσεις για ένα ποτήρι καυτό τσίπουρο και μέσα στη μέθη να ρωτήσεις με δάκρυα στα μάτια τι έκανες λάθος και τι μπορείς να κάνεις για να επανορθώσεις. Θα ρωτάς αν είναι όλα ιδέα σου. Αλλά δεν θα είναι. Και ίσως ξανά επιστρέψουν για λιγάκι  και ίσως νιώσεις ότι όλα έρχονται στη θέση τους. Αλλά μόνο αν ξαναβρεθείς εδώ θα καταλάβεις πως ποτέ δεν έφυγες πραγματικά. Γιατί με ψευδαισθήσεις ζεις. Κάνουν κλίκες τα όνειρα και σε απωθούν. Στην αρχή σου λένε πως τίποτα από αυτά δεν ισχύουν και έπειτα από λίγο σου ζητάν να αφήσεις ότι αγαπάς σε αυτά και να φύγεις. Το μόνο που πρέπει να θυμάσαι , παιδί μου , είναι πως μπορούν να στα πάρουν όλα. Να σε αφήσουν γυμνή και βιασμένη σε ένα μέρος εφιαλτικό. Αλλά δε θα καταφέρουν ποτέ μα ποτέ να σου κλέψουν τις αναμνήσεις.»
«Και αν δεν έχω αναμνήσεις;»
«Τότε καλύτερα να φύγεις , να πας να συναντήσεις τον ήλιο. Να τον ερωτευτείς και να τον αφήσεις να σε κάψει»
Ο Θρήνος έβηξε μια φορά δυνατά και αίμα υποχώρησε από τα πνευμόνια του. Χαμογέλασε δείχνοντας τα χαλασμένα δόντια του και έφυγε. Έφυγε.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Η ιστορία ενός ξωτικού

      Μια φορά και έναν καιρό , ήταν ένα ξωτικό. Είχε ακούσει να το λένε , εκείνο το τρομαχτικό «όλα αλλάζουν σε μια στιγμή» , αλλά δεν είχε δώσει σημασία. Όλες οι αλλαγές είχαν επέλθει με την πάροδο των χρόνων , ενώ ζούσε τις στιγμές και ήξερε ότι στην άκρη της διαδρομής , κάτι θα αλλάξει. Και έτσι μια μέρα , ενώ στα όνειρα του έβλεπε έναν δρόμο ευθύ ,χωρίς στροφές και γεμάτο ομορφιές που του γαλήνευαν την ψυχή και σκόρπιζαν άρωμα ευτυχίας , τότε ήταν που ξύπνησε. Γύρισε να κοιτάξει γύρω του και είδε κάτι σκοτεινό. Πίσω του είχε απομείνει λίγο φως. Είχε στρίψει στο τέλος της διαδρομής , χωρίς να το καταλάβει. Έπεσε στο μαξιλάρι και έκλεισε τα μάτια , μετρώντας μέχρι το δέκα. Όταν θα τα άνοιγε πάλι , όλα θα ήταν όπως πριν. Με φως , αρώματα , γεύσεις και αισθήσεις που μαγεύουν. 8…9…10… Σκότος.
      Το ξωτικό έβγαλε μια κραυγή που δεν ακούστηκε ποτέ και σχημάτισε μια ουλή εκεί που όταν ήταν ζωντανό κατοικούσε μια καρδιά. Πόνεσε λίγο παραπάνω. Αποφάσισε όμως να εξερευνήσει την νέα του ζωή και να συμβιβαστεί με αυτό που του έφερε το τέλος του δρόμου του. Ίσως να κατάφερνε να ξανά χτίσει την όμορφη σκηνή που είχε μείνει στο μυαλό του , αν και σιγά σιγά η εικόνα ξεψυχούσε. Κατέβασε τα γυμνά και βρώμικα πόδια του από το κρεβάτι των αναμνήσεων και ακούμπησε στο τραχύ έδαφος. Κάτι ασκούσε πίεση στο πέλμα του. Σήκωσε το πετραδάκι και το κοίταξε. Κάπου πάνω στην μικρή του επιφάνεια , χαραγμένο με κόκκινο υγρό που μύριζε αίμα έγραφε «Σταμάτα να ελπίζεις». Το πέταξε μακριά και αποφάσισε να μη δώσει σημασία. Συνέχισε τα βήμα του και κοίταξε δεξιά και αριστερά.
      Κάτι του θύμιζε όλο αυτό που έβλεπε. Αυτά τα μαύρα τριαντάφυλλα μέσα στην μαύρη ντάμα που χαμογελούσε ειρωνικά. Έμοιαζαν τόσο με την πολύχρωμη περιοχή που ζούσε πριν την στροφή. Ένας σουβλερός πόνος τον έκανε να σταματήσει και ένα ακόμα πετραδάκι είχε σφηνωθεί στην άκρη του ποδιού του. Το ίδιο ακριβώς πετραδάκι με πριν. Αυτή την φορά χαραγμένη ήταν μια άλλη φράση. «Μείνε μακριά. Τρέξε να σωθείς» . Ο φόβος κατέκλυσε το ξωτικό που κράτησε σφιχτά την πέτρα στο χέρι του , τόσο σφιχτά που άρχισε να ματώνει. Κάθισε προσεκτικά κάτω και ένιωθε την ζέστη που έβραζε κάτω από το κορμί του να του παγώνει την σκέψη.
    Πάνω που είχε αρχίσει να ζει στο όνειρο. Να αναπνέει την ευτυχία και να εκπνέει ότι πιο όμορφο του είχε συμβεί. Είχε πλησιάσει στο όμορφο εκείνο σημείο που θέλεις να φωνάξεις πόσο ευτυχισμένος είσαι. Αλλά συγκρατήθηκε. Κανέναν ξωτικό δεν το έμαθε. Και αυτό το βασάνιζε πιο πολύ από όσο νόμιζε. Όμως ήξερε πως δεν μπορούσε να μοιραστεί αυτή την ευτυχία. Γιατί δεν ήξερε αν είναι πραγματική. Γιατί ήξερε πως όλα τα ξωτικά είχαν το πραγματικό τους δρόμο , χωρίς στροφές και γωνίες. Ενώ το μικρό αυτό ξωτικό , ένιωθε πως ο δικός του δρόμος έκρυβε παγίδες. Φοβόταν όμως! Αν αποκάλυπτε το μυστικό τους ίσως να μην είχε πια συντρόφους με τους οποίους θα έπαιζε στην αυλή κάποιου ανθρώπινου σπιτιού που οι ίδιοι θα είχαν κάψει.
Το ξωτικό ήταν βυθισμένο στο νέο
του σπίτι. Ήξερε τον δρόμο να γυρίσει αλλά δεν τολμούσε. Πώς να μπορέσει να πει σε τρίτους αυτά που δεν τολμάει να πει στον ίδιο του τον εαυτό;
     Η μαύρη ντάμα κούπα δεν χαμογελούσε πια….λευκά δάκρυα τρέχανε από τα χάρτινα μάτια της και καθώς το πηκτό υγρό έπεφτε με δύναμη στο έδαφος , μια τεράστια πόρτα εμφανίστηκε σε ένα χρώμα που κανένας άνθρωπος δε θα μπορούσε να φανταστεί.
Το ξωτικό πίεσε το χερούλι με δύναμη , άνοιξε την πόρτα και χωρίς να το σκεφτεί…έφυγε. Δε πρόλαβε να δει το πετραδάκι να αλλάζει και να σχηματίζει τη φράση «Θα είμαι εδώ από το πρωί που θα ξυπνάς , μέχρι την στιγμή που θα μου λες καληνύχτα»