Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Ίδια ζαριά



Σήμερα άδειασε η ψυχή μου. Δυο φορές.
Τη πρώτη το κενό φώναζε ότι δεν το αντέχει , ότι πονάει και νιώθει προδομένο και τρελαμένο και κλειδωμένο να ασφυκτιά. Απογοητευμένο. Τίποτα πια δεν θα είναι ίδιο. Όπως κάθε μας κίνηση επηρεάζει την υπόλοιπη ζωή μας. Μόνο που τώρα , οι πράξεις σου και οι πράξεις των γύρο σου , που σε οδηγούν να πράξεις….. σου δείχνουν τον δρόμο. Ένας δρόμος χωρίς επιστροφή , χωρίς φώτα και χωρίς ήχους.
Το απόλυτο κενό.
Δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα , σου γυρίζει τα σωθικά και ξερνάς χολή.
Κάθεσαι στο κρύο πάτωμα και αυτό αρπάζει φωτιά , σε καίει , σε τρώει , δεν αφήνει τίποτα από ότι σου άφησε το κενό. Ξαπλώνεις. Κλείνεις τα μάτια και βλέπεις να εκτοξεύονται αντικείμενα πάνω σου. Ρούχα να πετόνται σκισμένα και ματωμένα δίπλα σου. Ακούς φωνές. Λέξεις που σε τρυπάν ακόμα πιο βαθιά.
Κανείς. Τέλος. Πόνος. Δεν. Φεύγω. Πίσω. Μισώ.

Πως καταφέρνω και κρατιέμαι;

Τα πόδια δε βαστάνε , αλλά σηκώνεσαι. Σκουπίζεις τις καυτές λάβες από τα μαγουλά σου και χτυπάς πίσω σου την πόρτα. Από πίσω ακούς τα συντρίμμια να ουρλιάζουν και να σε παρακαλάνε να γυρίσεις πίσω. Φοβούνται.
Το ένστικτο σε οδηγεί στο πεπρωμένο σου. Εκεί που το δεύτερο κενό θα σε διπλώσει στα δυο. Μα αυτό θα είναι τόσο , μα τόσο διαφορετικό.
Κοίτα να δεις πως έχει. 
Περιμένεις , χωρίς να ξέρεις τι. Και αυτό έρχεται και στέκεται λίγα μέτρα μακριά σου , αλλά ξέρεις πως και αυτό σε περίμενε. Ανοίγει το στόμα και ξεχύνεται χείμαρρος. Οργή και μίσος. Αλλά κάτι μέσα σου το περίμενε , έτσι; Σου μιλά για γάτες και για σκύλους. Για τροφές και γεγονότα. Του μιλάς για σένα. Δεν ακούει. Δε θέλει. Και συ ξέρεις.
«Το μυρίζεις;» ρωτάς.
«Ποιο;»
«Αυτό που έρχεται» απαντάς.    


Ακούς πάλι λέξεις. Γνώριμες. Τις περίμενες και αυτές , ήξερες πως θα ειπωθούν και νόμιζες πως θα πονέσουν. Αλλά δεν πονάς. Ξαφνιάζεσαι και κοιτάς προς την ψυχή σου. Στη θέση της είναι μια κουφάλα , με αέρα και φύλλα να πετούν εδώ και εκεί.
«Έχω χρόνια να καθηλώσω την ψυχή μου»
Τα βήματα σε παρασέρνουν πιο εκεί. Φεύγεις για κάπου γνώριμα και ήρεμα και φιλικά , μητρικά. Κοιτάς ξανά εκεί που υπήρχε η ψυχή σου. Η τρύπα έχει κλείσει αλλά το κενό μέσα υπάρχει. Δε βλέπεις τίποτα. Είναι από εκείνα τα κενά που μυρίζουν και αισθάνονται. Πόνος ξανά. Αλλά και κάτι άλλο αυτή τη φορά. Κάτι που δεν γνώριζες ότι υπήρχε. Ανακούφιση. Ψαλμωδίες ακούγονταν από παντού μέσα σου σαν να λυτρωνόσουν από φόβο. Αλλά υπήρχε πάντα ο πόνος. Αυτές οι θρησκευτικές μουσικές , που δεν έχεις ακόμα καταλάβεις αν είναι ο σατανάς ή ο ευγενής θεός που τις στέλνει , δε σε αφήνουν να ακούσεις τα βήματα που σε ακολουθούν. Τα βήματα κρατούν μαχαίρι , σε ακουμπούν στον ώμο , γυρνάς και ψύχραιμα γεμίζουν το κενό σου με λεπίδα και αίμα. Τα μάτια δεν έχουν καμία παράκληση , μόνο επιταγή.
«Θα ζήσεις ή θα πεθάνεις. Εγώ θα το επιλέξω» οι λέξεις δε βγαίνουν από κανένα στόμα. Είναι σκέψεις που αντιλαλούν προς όλους. Σχεδόν σε διαπερνούν.
Και φωνάζεις πως θέλεις να ζήσεις , χωρίς να είσαι σίγουρος γιατί. Ίσως απλά επειδή έχεις συνηθίσει έτσι. Και γυρνάς εκεί που ήσουν.
Σήμερα η ψυχή σου άδειασε. Δυο φορές.