Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Ο Δρόμος Της Επιστροφής

Σαν να περπάτησες πολύ για απόψε... Είναι καιρός να γυρίσεις πίσω.
Μα πρέπει να διαλέξεις από που θα πας. Μπορείς να περπατήσεις δίπλα στο κύμα , με το θαλασσινό νερό να σου δροσίζει τα πόδια και το αλάτι να σου καίει τις πληγές , με τη ζακέτα στη πλάτη και ένα καλοκαιρινό τραγούδι στα αυτιά σου. Μπορείς να ανέβεις στο αμάξι και να εξαφανιστείς όσο πιο γρήγορα μπορείς , μυρίζοντας τις αναθυμιάσεις της βενζίνης που μένουν στην ατμόσφαιρα.
Τα πόδια σου πονάνε από τις πολύωρες βόλτες και της εξοντωτικές συζητήσεις και τα φώτα έχουν ανάψει πια. Ο ήχος από τη θάλασσα που χτυπάει στα βράχια γίνεται έντονος και παραβιάζει τα όρια του λογικού. Και όμως δε θες να τελειώσει. Μακάρι να είχες τη δύναμη να συνεχίσεις να προχωράς κ άλλο , χωρίς το κύμα να σε βρέχει , ο ήλιος να σε καίει και η βροχή να σε λιώνει. Μακάρι να ήταν ατέλειωτο αυτό το καλοκαίρι.
Τα χέρια δε φτάνουν να ανέβουν στο ύψωμα , χρειάζεσαι βοήθεια και κανείς δεν είναι δίπλα σου στις μοναχικές βόλτες. Δε θα μάθει κανείς ποτέ ποιες ήταν οι παρέες σου.
Με ποιους αντάλλαξες απόψεις , ποιανού το χέρι έσφιξες και σε ποιανού τα μάτια βυθίστηκες; Ύπουλα μυαλά σε παρασέρνουν και ακροπατάς σε πρόσωπα και καταστάσεις , μεταβαίνεις από την πίστη στην άρνηση και από την απιστία στην ανάγκη. Περπατάς εκεί και αλλάζεις συνομιλητές , ίδιες συζητήσεις χωρίς κανείς να είναι εκεί. Άδειες. Ο αέρας σε σπρώχνει λίγο παρακάτω αλλά η συζήτηση δε σταματά εκεί. Σαν ένα αυτοσχέδιο μικρόφωνο μπροστά σε έναν καθρέφτη ψέλνεις την μυρωδιά της θάλασσας. Γιατί επέστρεψες;
Κοιτάς τον συνομιλητή στα μάτια , του χαμογελάς και του ψιθυρίζεις “έλα” και αυτός ανταποδίδει το χαμόγελο και σε ακολουθεί. Βυθίζεται μαζί τα χέρια στο νερό και αυτό φεύγει από τις χούφτες σας , εξατμίζεται , γίνεται αγέρας και φεύγει και πονάει και πέφτει στις πληγές που καίγονται και γιατρεύονται. Γελάτε ευτυχισμένοι και εκεί συνειδητοποιείς πως δεν είναι αυτό που θες και φεύγει και έρχεται άλλος και τον κρατάς απ' το χέρι και ανταλλάσεται ματιές. Η άμμος δυσκολεύει τα βήματα και το βάρος στο χέρι σου μεγάλο , αν θες να φτάσεις εκεί που είναι το φως πρέπει να συνεχίσεις με ελαφρύ φορτίο. Τον κοιτάς και δεν νιώθεις συναίσθημα , τον αφήνεις να φύγει. Και τρέχεις μόνος μέχρι που η μοναξιά γίνεται κούραση και αναγκάζεσαι να προκαλέσεις το απόλυτο. Αυτόν που ξέρεις ότι μόνο η φαντασία μπορεί να φέρει.

“Γεια”
“Ευχαριστώ”
“Πάμε;”
“Που;”
“Εκεί που ήσουν”
“Είναι νωρίς”
Και παίρνει πρωτοβουλία και χάνεται και εξατμίζεται σαν το νερό.
Τα γόνατα τρυπάν την άμμο και εσύ δημιουργείς ασφάλτους για να τρέξεις πιο γρήγορα , να γυρίσεις πίσω , να προλάβεις. Οι πατημασιές σου διαγράφονται ακόμα , λειψές ή ολόκληρες και εκεί καταλαβαίνεις πως τόση ώρα ήσουν μόνος και όλα αυτά έλαβαν χώρα στο μυαλό σου. Όμορφες εικόνες έπλασες και τις έζησες. Πόσο περήφανος θα έπρεπε να είσαι για αυτό; Ζεις σε μαγικούς κόσμους , αρνούμενος αυτό που θα έπρεπε να βιώνεις, ξενυχτάς για να γράψεις το soundtrack της ζωής σου χωρίς να έχεις γνώσεις γιατί έτσι πρέπει. Να βαδίζεις μαθαίνοντας.
Αν δεν καταφέρεις να πείσεις τους άλλους για αυτό που είσαι , ποιος είναι ο σκοπός της ύπαρξής σου; Αν δεν παθιαστείς , αν δεν αγαπήσεις φωνές , γραμμές , χαρακτήρες και ήρωες; Αν δεν βγεις από το καλούπι , αν αρνηθείς να δοκιμάσεις κάτι ήδη φορεμένο , αν η διαφορά που θα σχηματίσεις δεν είναι φανερή τότε γιατί να προσπαθείς να φτάσεις εκεί που φαντάζεσαι. Αν δεν λερωθείς δε θα καταφέρεις να αγγίξεις το άπιαστο και ποτέ η φαντασίωση δε θα γεννήσει ψυχή και σώμα , ποτέ. Η επιλογή είναι εύκολη γιατί είναι η πιο δύσκολη στιγμή.
Και εκεί που έχεις πάρει τον δρόμο του γυρισμού και τα πόδια σου βυθίζονται στην υγρή άμμο βλέπεις δίπλα σου άλλο ένα ζευγάρι πόδια , και νιώθεις το χέρι σου ζεστό , την ψυχή γεμάτη. Παραμύθια που έφτιαξαν την πραγματικότητα και αλήθειες που δημιούργησαν μεγάλα ψέματα