Η καθημερινότητα και ο χρόνος σε πιέζουν να ωριμάσεις. Να
πετάξεις από πάνω σου το παιδικό χαμόγελο και να βουλιάξεις στις σκέψεις σου τρέμοντας
και κλαίγοντας , πότε πραγματικά και πότε στο μυαλό σου. Σε πιέζουν να ζήσεις
καταστάσεις που δε θες , που τις μισείς προτού μάθεις τι είναι. Προσπαθείς να
τρέξεις , να κρυφτείς , αλλά γύρω σου υπάρχουν μόνο πέτρες. Πέτρες που σε ματώνουν
και δεν έχεις το κουράγιο να τις εκτοξεύσεις. Ζεις λίγο και το αύριο δεν ξέρεις
τι σου επιφυλάσσει. Ακούς τα σκυλιά να γρυλίζουν
μέσα στη νύχτα και αναρωτιέσαι «ποιος έφυγε;»
Κάθε βράδυ , πριν τα
μάτια κλείσουν , πέφτει η αυλαία και βλέπεις μπροστά σου ανθρώπους που τη μέρα
φοβάσαι να σκεφτείς. Βλέπεις αυτούς που σε πλήγωσαν , που σε πρόδωσαν , αλλά βλέπεις
και αυτούς που δεν θα ξαναδείς. Βλέπεις αυτούς που αγάπησες , που λάτρεψες ,
που δε γνώρισες ποτέ αλλά έκλαψες για αυτούς , βλέπεις αυτούς που δε θυμάσαι
πια αλλά ξέρεις ότι υπήρξαν. Όλοι αυτοί ζουν μπροστά σου τις ιστορίες που πλάθεις
για αυτούς και χαμογελούν. Γιατί στις δικές σου ιστορίες δεν υπάρχει πόνος. Σε παίρνει
ο ύπνος και ξέρεις πως δεν είσαι μόνος , αλλά είσαι. Γιατί κανείς δε γυρνάει.
Κοιμάσαι και βλέπεις
τον εαυτό σου σε ένα όμορφο , κατάμαυρο πιάνο να αξίζει τα πλήκτρα , να ξεχύνονται
επιβλητικές μελωδίες που σχηματίζουν μορφές και χορεύουν. Ανοίγουν τα χέρια και
το βλέμμα στον ουρανό και κάνουν ένα μεγάλο αβέβαιο βήμα. Προσγειώνονται στη
ψυχή και σφίγγουν τη καρδιά μέχρι να στάξει αίμα.
Φαντάζεσαι τον εαυτό
σου να κλείνει τα φώτα και να τρέχει σε ένα άδειο , σκοτεινό διάδρομο. Κανείς
δε κυνηγάει πια κανένα. Απλά τρέχεις και δε κοιτάς πίσω . ίσως λίγο. Και πάλι
δε βλέπεις τίποτα. Ξέρεις πως δε θα σταματήσεις ποτέ. Δε θέλεις. Φοβάσαι μήπως βαρεθείς και έτσι
θέτεις ένα στόχο που κινείται με σταθερή ταχύτητα μπροστά σου
«Θα σε πιάσω , θα σε
αγγίξω , δε θα σ’ αφήσω να φύγεις. Με πονάς και με λυτρώνεις , με κατατρώς και
με ζωντανεύεις , δε σε θέλω δίπλα μου , μα δε μπορώ να σε φανταστώ μακριά μου. Θέλω
να με καταλάβεις αλλά τότε θα τρομάξεις , θα με προσπεράσεις και θα φύγεις προς
τα πίσω. Τότε θα σταματήσω να τρέχω. Δε θα έχω στόχο. Δε θα έχω πνοή. Θα σε πιάσω.
Θα κλέψω λίγη απ’ τη
λάμψη σου και θα τη βάλω στα μάτια μου. Δε θα σε πληγώσω. Θα το κάνω αθόρυβα
και υπάκουα. Θα εκτελέσω την εντολή μου και θα γυρίσω πίσω σε μένα έχοντας κάτι
δικό σου μαζί μου.
Θα σε έχω μαζί μου ,
μέσα στα μάτια μου και σε μια μάχη σκοτεινή , θα ζητήσω από τους εχθρούς μου να
σε αφήσουν να φύγεις. Θα ξεριζώσω τα μάτια μου και θα τα δώσω όπου εσύ μου πεις
, γιατί τα μάτια σου , μάτια μου , με κρατάν στην πορεία μου. Τρέχω.
Μετά θα χαθώ και θα γυρίσω πίσω , εκεί που έχει
ήδη ξημερώσει και τα μάτια μου είναι στη θέση τους , όχι όμως τα δικά σου. Θα
ξυπνήσω σε ένα μέρος ζεστό και θα κρυώνω , σε ένα κρεβάτι μαλακό μα θα πονάω. Ακουμπώντας
τα πόδια στο έδαφος θα κουνιέμαι αριστερά και δεξιά , σαν να έχει άνεμο , και
θα γράφω τη δική μου μουσική χωρίς να ξέρω πως , θα παίζω το δικό ρόλο χωρίς να
είμαι ηθοποιός και θα χορεύω σαν να μην έχει αύριο. Θα εξαφανίζω τον κόσμο και
θα τον κάνω δικό μου. Θα χαιρετώ τους ανθρώπους μου , τα όνειρα και τις πράξεις
μου , θα αγκαλιάζω την θλίψη μου και θα γυροφέρνω τη μοναξιά μου. Μέχρι να ξυπνήσω
και πάλι»
Αυτή τη φορά γελάς
και χλευάζεις τον εαυτό σου.
Φαντασία. Μεγάλη αγάπη , δύσκολος σύμμαχος , γενναίος αντίπαλος.
Σε κάνει να δημιουργείς εικόνες , καταστάσεις
και συζητήσεις που ποτέ δε θα ζήσεις. Και αυτό είναι που πονάει πιο πολύ. Η
φαντασία που δε θα γίνει ποτέ πραγματικότητα. Η ιστορία που δε θα βγει ποτέ στο
φως της δημοσιότητας!
Εύχομαι το 2013 να αφήσει πίσω του τον πόνο και να φέρει μόνο χαμόγελα!
Στέλλα!