Εύθραυστα γυαλιά είναι οι αναμνήσεις , σπάνε και μπαίνουν
στη σάρκα , σε σκίζουν.
Αλλά πάντα είσαι εσύ αυτός που σκαλίζεις το δέρμα σου και φτάνεις
στο βάθος. Πάντα ξέρεις τι γίνεται μέσα σου αλλά δεν μπορείς να το εκφράσεις. Είσαι
εσύ που θες να κλάψεις και να γελάσεις , να ξετυλίξεις την ευαισθησία σου και
να την κάνεις σημαία , να πατήσεις αποφασιστικά
τα πόδια σε έναν ασταθή βράχο και να φωνάξεις αυτό που σε βασανίζει , αν σε
βασανίζει.
Δεν είσαι άλλος παρά
ο εαυτός που δεν θέλεις να βγάλεις προς τα έξω. Σε μισείς και σε λατρεύεις και
ο αγώνας σου είναι άνισος. Ένα μέρος του είναι σου σε δέχεται με την κάθε ατέλεια
σου και το άλλο μισό , το πιο σκληρό , σε ξερνάει κάθε μέρα , θυμίζοντας σου πόσο
, πόσο ανίκανος είσαι να διαχειριστείς το μυαλό σου.
Αυτό το κομμάτι σου είναι
που σε κάνει να φεύγεις από τα ανθρώπινα όρια σου , να τριγυρνάς στις γειτονιές
έχοντας γίνει αγρίμι και να κυνηγάς τις χαμένες αναμνήσεις σου. Να κλέβεις τις εικόνες
και να λεηλατείς τα πιστεύω των περαστικών , μόνο και μόνο επειδή έχεις χάσει
τα δικά σου. Πατάς τα γυαλιά σου με γυμνά πόδια και νιώθεις τον πόνο σαν ηδονή
, γιατί έτσι έμαθες να αντιδράς στον πόνο. Δημιουργείς τις ψευδαισθήσεις σου
για να ζήσεις σε έναν κόσμο δικό σου. Να μην θες κανέναν εκεί μέσα , μόνο εσένα
με τα δυο σου μισά να παλεύουν και τις άθλιες μυρωδιές των αναθυμιάσεων από τις
σκέψεις σου να καίνε ό,τι έχει απομείνει.
Είσαι ρηχός. Αλλά
συμβαδίζεις με τους γύρω σου , περπατάς παράλληλα. Γιατί σιχάθηκες να είσαι πίσω.
Σιχάθηκες να σε κρατούν από το χέρι και να σε σέρνουν σε κατευθύνσεις που δεν
θες. Σιχάθηκες να κατηγορείς τον εαυτό σου. Ίσως απλά να θες να περπατάς παράλληλα.
Να σε πιάσουν από το χέρι , να σε κοιτάξουν στα μάτια και να σε ρωτήσουν «Εσύ
που θες να πάμε;» και μόνο τότε η απάντηση «όπου θες εσύ» θα είναι αποδεκτή.
Μπλεγμένα δάχτυλα υπάρχουν
στον κόσμο σου και ματιές που στάζουν λέξεις όπως «φοβάμαι». Γιατί ο φόβος είναι
αγάπη και η αγάπη δεν είναι τίποτα άλλο από μίσος
και το μίσος είναι μια μορφή προδοσίας του εαυτού σου. Και στον κόσμο σου θες
να προδώσεις τον εαυτό σου για να μην προδώσεις ποτέ το άλλο χέρι που σε κρατάει
σφιχτά. Για να μην καταλήξεις να φωνάζεις πάνω στον βράχο σου «ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΟΣ».
Είναι δύσκολη η
μοναξιά , πόσο δύσκολη! Να ξέρεις πως σε ένα άλλο κόσμο , τον αληθινό, χάνεις
κάθε μέρα τα πάντα και μαζί με αυτά και εσένα , που δεν πάλεψες να κρατήσεις
αλλά πίστεψες στην μοίρα. Μια μοίρα που ζωγράφιζε με το αγαπημένο σου χρώμα ,
το μαύρο , όταν εσύ της ζητούσες σωτηρία.
Πώς να αντέξεις να
φωνάξεις για τη μοναξιά σου; Και μόνο η σκέψη σε κάνει να ανατριχιάζεις και να
θες να φύγεις….το για πού δεν το ξέρεις , απλά θέλεις να εγκαταλείψεις. Και ίσως
να πέσεις τελικά στο κενό.
Θες να μείνεις στο όνειρο
σου ακούγοντας τα τραγούδια που θα σε λυγίσουν και θα σε κάνουν δυνατό. Νιώθοντας
την κάθε νότα στο κάθε κύτταρό σου και να παρακαλάς να γίνεις και συ μια από
αυτές , να θες να γίνει μελωδία σε έναν κόσμο χωρίς αυτιά. Να πετάς πάνω από τις
καρδιές των άλλων και να τις αγγίζεις , να θες να ξεκουράσεις την ροή σου σε
σκοτεινά μυαλά και να τα σκοτεινιάζεις ξανά και ξανά. Να σε έχουν ανάγκη.
Όταν μεγαλώσω θέλω
να γίνω μια χορευτική νότα.
Χόρεψε τα ταξίδια σου
Με αγάπη , μίσος , πάθος , λατρεία , δάκρυα
Στέλλα
Στέλλα