Θεόφιλος Σεχίδης-Θάσος
Χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα πλέον αποτρόπαια εγκλήματα που έγιναν στα ελληνικά αστυνομικά χρονικά. Οι πέντε δολοφονίες συγγενικών του προσώπων, που διέπραξε ο 24χρονος φοιτητής Θεόφιλος Σεχίδης σε διάστημα μικρότερο του της 24ώρου στη Θάσο, προκάλεσαν σοκ στην κοινή γνώμη και «άνοιξαν» μια νέα σελίδα στην έρευνα της εγκληματικής συμπεριφοράς στην Ελλάδα. Αναμφισβήτητα, η υπόθεση του Θ. Σεχίδη αποτελεί μία από της πιο ενδιαφέρουσες (από την εγκληματολογική και γενικότερα επιστημονική πλευρά) περιπτώσεις στην εγχώρια και διεθνή ιστορία του εγκλήματος.
Ο Θ. Σεχίδης, που χαρακτηριζόταν από το περιβάλλον του ως ιδιόρρυθμος τύπος, είχε εντοπισθεί της αρχές Ιουνίου στην Αθήνα, όταν σε έρευνα που του είχε γίνει είχαν βρεθεί πάνω του ένα μαχαίρι κι ένα φυσίγγι, αλλά τελικώς αφέθηκε ελεύθερος. Επιπλέον, της 21 Ιουλίου σε έλεγχο που είχε γίνει στο αυτοκίνητό του στην περιοχή της Καβάλας, είχαν βρεθεί μια κοντόκανη καραμπίνα, ένα κυνηγετικό όπλο και φυσίγγια. Λίγες μέρες μετά, το δικαστήριο τον καταδίκασε σε δεκάμηνη φυλάκιση και πρόστιμο 700.000 δρχ., με τριετή αναστολή (λόγω του γεγονότος ότι είχε λευκό ποινικό μητρώο), και αφέθηκε και πάλι ελεύθερος. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός πως, κατά την εξέτασή του, ο Θ. Σεχίδης δεν μπορούσε να δώσει πειστικές απαντήσεις για το πού βρίσκονται οι πέντε συγγενείς του, ενώ έπεφτε και σε συχνές αντιφάσεις, ενέτεινε της υποψίες των αστυνομικών της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης ότι πιθανώς σχετίζεται με την εξαφάνισή της. Τελικώς, αργά το βράδυ της 8ης Αυγούστου και μετά από πολύωρη ανάκριση, ο Θ. Σεχίδης ομολόγησε πως της 19 και 20 Μαΐου σκότωσε τον πατέρα, την μητέρα, την αδελφή, τον θείο και την γιαγιά του στον Λιμένα Θάσου, ακολούθως τεμάχισε τα πτώματα –εκτός από αυτό του θείου του- και κατόπιν τα μετέφερε σε σακούλες σε χωματερή της Καβάλας, όπου και τα πέταξε.
«Ήταν άρρωστοι και ήθελα να της λυτρώσω» δήλωσε, αρχικά, της εμβρόντητους αξιωματικούς της αστυνομίας και αργότερα πρόσθεσε: «Ήθελαν να με βγάλουν από τη μέση και πρόλαβα να της σκοτώσω πρώτος. Υπήρχε συνομωσία σε βάρος μου. Βρισκόμουν εν αμύνη. Μου έκαναν ψυχολογικό πόλεμο επειδή ήξερα ότι ήμουν της μάνας παιδί και δεν μου ‘λεγαν την αλήθεια. Της ξέκανα, για να μην με ξεκάνουν».
Ο πρώτος φόνος έγινε το πρωί της 19ης Μαΐου, στην περιοχή της αρχαίας ακρόπολης της Θάσου (στην περιοχή του Λιμένα). Ο Θ. Σεχίδης πήγε εκεί με τον θείο του Βασίλη για να συζητήσουν. Κατά τον δράστη, ο Βασίλης Σεχίδης, ο οποίος ζούσε στο Βέλγιο 32 χρόνια, είχε πάει στη Θάσο μετά από παράκληση του πατέρα του, για να πεισθεί ο 24χρονος φοιτητής να επισκεφθεί ψυχίατρο, γιατί «παρουσίαζε κάποια προβλήματα. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, της 17 Μαΐου, ο πατέρας του Θ. Σεχίδη, Δημήτρης, είχε επισκεφθεί στην Κομοτηνή τον γιο του, του είχε ζητήσει το αυτοκίνητο –που χρησιμοποιούσε ο Θεόφιλος- και τον είχε καλέσει να πάει στην Θάσο για να συζητήσουν «κάποια σοβαρά θέματα». Για τον θειο του «Προσπάθησε να με χτυπήσει με ένα μαχαίρι. Τον έσπρωξα και έπεσε σε γκρεμό, από ύψος 10 μέτρων. Κατέβηκα κάτω και τον είδα να ψυχορραγεί. Και για να μην βασανίζεται άλλο, του ‘κοψα με το μαχαίρι το κεφάλι» θα υποστηρίξει ο δράστης. Της μέρες μετά, ο ιατροδικαστής Σερρών Μ. Γεωργιάδης, που εξέτασε το πτώμα του Βασίλη Σεχίδη, διέγνωσε «σοβαρότατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και αποσπασματικά κατάγματα των κροταφικών άκρων. Το κρανίο ήταν διαμελισμένο, και στην τραχηλική χώρα ήταν εμφανής λαμδοειδής βαθιά κόψη (…)».
Στη συνέχεια, ο Θ. Σεχίδης αγόρασε ένα μονόκαννο όπλο και ένα καινούργιο πουκάμισο (το προηγούμενο είχε γεμίσει αίματα) και λίγες ώρες αργότερα επέστρεψε στο σπίτι του στον Λιμένα, περιμένοντας τα άλλα μέλη της οικογένειάς του. Πρώτος, έφτασε ο πατέρας του Δημήτρης. Ο Θ. Σεχίδης υποστήριξε πως τότε άρχισε της καβγάς. «Ο πατέρας μου είχε ένα μαχαίρι, φοβήθηκα» είπε. «Μόλις γύρισε για να πάει στην τουαλέτα, τον πυροβόλησα και έπεσε νεκρός. Μετά του έκοψα την καρωτίδα μ’ ένα μαχαίρι». Λίγο μετά, μπήκε στο σπίτι και η μητέρα του Μαρία. «Κρατούσε κι αυτή μαχαίρι. Της άρπαξα το χέρι, την αφόπλισα και της έκοψα τον λαιμό με το μαχαίρι» είπε ο Θ. Σεχίδης, αλλά ο ιατροδικαστής διαπίστωσε ότι είχε κι αυτή πυροβοληθεί στο κεφάλι. Ακολούθησε η αδελφή του Έμμυ, που είχε ακούσει την φασαρία, μπήκε στο σαλόνι, κρατώντας ένα τασάκι για να αμυνθεί. Ο Θ. Σεχίδης υποστήριξε πως κρατούσε και αυτή μαχαίρι. «Μου όρμησε και τη σκότωσα με τον ίδιο τρόπο» θα συμπληρώσει.
Ο Θ. Σεχίδης έμεινε όλη την υπόλοιπη μέρα στο σπίτι, μαζί με τα πτώματα των τριών συγγενών του. Στο διάστημα αυτό, αφαίρεσε της εγκεφάλους των θυμάτων και τα τοποθέτησε σε πιάτο στο ψυγείο! Ο της θα πει αργότερα: «Δυο-τρεις εγκεφάλους της έβγαλα και της έβαλα στο ψυγείο. (…) Είναι μια ξεχωριστή εμπειρία, που αναφέρεται σε ανατομία του εγκεφάλου κ.λπ. Γι αυτό. Επειδή είχα ασχοληθεί μ’ αυτά. Είχα κάποιες ψυχιατρικές και ιατρικές γνώσεις και ήθελα να εξετάσω την ανατομία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Αυτό είναι όλο. Δεν μετάνιωσα για τίποτα, καλά έκανα. Το ένα κεφάλι ήδη είχε σπάσει, τα μυαλά είχαν βγει, οπότε γιατί να μην τα βάλω στο ψυγείο. Τελικά, δεν… μελέτησε της εγκεφάλους διότι «ήταν χαλασμένο το ψυγείο κι όταν τελείωσα με τα πτώματα και πήγα μετά από μια εβδομάδα να το πάρω (σ.σ.: το πιάτο) είχε αλλοιωθεί και το πέταξα» .
Το επόμενο πρωί, εντελώς ανυποψίαστη για όσα είχαν ήδη διαδραματιστεί, η γιαγιά του Ερμιόνη, που έμενε σε μικρή απόσταση, επισκέφτηκε το σπίτι. Προτού συνειδητοποιήσει το θέαμα του αιματηρού σκηνικού, που επικρατούσε εκεί, δέχτηκε ένα θανατηφόρο πλήγμα μαχαιριού στην καρδιά από τον εγγονό της, που υποστήριξε ότι «άρπαξε ένα μαχαίρι να με χτυπήσει. Τι να έκανα κι εγώ, την σκότωσα». Στη συνέχεια, ο δράστης σκέφτηκε να εξαφανίσει τα πτώματα. «Πήγε στην αποθήκη και πήρε ένα βαλιτσάκι, μέσα στο οποίο ο πατέρας του είχε διάφορα εργαλεία. Πήρε δύο αλυσοπρίονα και άρχισε να τεμαχίζει τα πτώματα.Από το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς αγόρασε μεγάλες μαύρες σακούλες και έβαλε μέσα σ’ αυτές τα κομμάτια από τα άψυχα σώματα των θυμάτων. Με περισσή ψυχραιμία άρχισε τα δρομολόγια του θανάτου. Θάσος – Κεραμωτή τρεις φορές, με τρία διαφορετικά ‘φορτία’ στο πορτ-παγκάζ του αυτοκινήτου του πατέρα του» «Σκέφτηκε, λοιπόν, να πετάξει της σακούλες της οποίες είχε χωρέσει τα μέλη των δικών του ανθρώπων στη χωματερή των Ταγαράδων .‘Είδα κάποιους φύλακες κι ένα οδηγό απορριμματοφόρου’ είπε της αξιωματικούς που ασχολούνται με την υπόθεση. Έφυγε, λοιπόν, και αναζήτησε άλλο χώρο. Έκανε εκατοντάδες χιλιόμετρα και επέστρεψε στην Καβάλα. Κατέληξε στη χωματερή που βρίσκεται ανάμεσα στη Νέα Καρβάλη και την Κεραμωτή. Εκεί προσπάθησε να εξαφανίσει της ‘αποδείξεις’ της αποτρόπαιας, της φρικιαστικής, της ανατριχιαστικής πράξης του»
Κυριάκος Παπαχρόνης- Ο Δράκος της Δραμας
Στα 19 του, όντας έφεδρος αξιωματικός (ανθυπολοχαγός) και υπηρετώντας στην 5η Μοίρα των ΛΟΚ στην Δράμα, αρχίζει την δράση του, κινούμενος μεταξύ Θεσσαλονίκης, Δράμας, Καβάλας και Ξάνθης. Βιασμοί και δολοφονίες γυναικών, καθώς και βομβιστικές επιθέσεις θα του αποδώσουν το προσωνύμιο «Ο δράκος της Δράμας». Το σκοτάδι γίνεται ο καλύτερος σύμμαχός του.
Η δράση του τελείωσε όταν συνελήφθη στις 13 Δεκεμβρίου 1982 από την Ασφάλεια Δράμας και μετά από κινητοποίηση όλων των Αρχών της Ανατολικής Μακεδονίας.
Καταδικάστηκε δις εις θάνατον και σε κάθειρξη 23 ετών, αλλά η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια. Όταν άκουσε την ποινή, σηκώθηκε και χειροκροτώντας είπε: «Ευχαριστώ» και στην συνέχεια «Τι βάζετε τέτοιες ποινές; Πόσα χρόνια θα ζήσουμε;». Δήλωνε αμετανόητος: «Στείλτε με στο απόσπασμα, γιατί αν βγω έξω, πάλι τα ίδια θα κάνω».
Το Διαρκές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης τον καταδίκασε για τις βομβιστικές επιθέσεις, σε 15 χρόνια φυλάκιση και 20ετή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Παρά την προηγούμενη καταδίκη του, το δικαστήριο μετά από πρόταση του στρατιωτικού επιτρόπου, του αναγνώρισε το ελαφρυντικό ότι «δεν κινούταν στις πράξεις του εκ ταπεινών ελατηρίων».
Από τους γνωστούς του και τους συναδέλφους του, ο Παπαχρόνης περιγράφονταν σαν άτομο βίαιο, με ιδιαίτερη σωματική δύναμη και μεγάλη «λόξα» με τα των στρατιωτικών. Οι ειδικοί έκαναν λόγο για ένα «μωσαϊκό παραλογισμού».
Παραδόξως όμως, στην φυλακή ο Παπαχρόνης έγινε ίνδαλμα για πολλές γυναίκες, οι οποίες αλληλογραφούσαν μαζί του, εκφράζοντας μάλιστα την επιθυμία να τον γνωρίσουν κι…από κοντά! Αντίστοιχα, μετέπειτα επίδοξοι «δράκοι», «εμπνεύστηκαν» απ’ αυτόν και θέλησαν τον μιμηθούν.
Ο Κυριάκος Παπαχρόνης, μετά από 21 χρόνια και 6 μήνες στις φυλακές, έκανε αίτηση αποφυλάκισης και αποφυλακίστηκε τον Δεκέμβριο του 2004, σε ηλικία 44 ετών και με περιοριστικούς όρους.
Δεν είναι εύκολο να θίξεις τέτοια θέματα όμως είναι αληθινά και έχουν συγκλονίσει το πανελλήνιο. Αυτοί και άλλοι τόσοι «έδρασαν» δίπλα μας. Καλό είναι να μην κάνουμε πως δεν ξέρουμε. Οι «άνθρωποι» αυτοί υπήρξαν και σκόρπισαν πόνο. Υπάρχουν κάποιοι που θα συνεχίσουν την τρελή παράδοση. Για αυτό προσοχή!
Στέλλα